Τρίτη 1 Ιουλίου 2008

ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΦΤΙΑΓΜΕΝΗ ΑΠΟ ΣΤΙΧΟΥΣ...



ΕΓΩ…

Πώς να σωπάσω μέσα μου την ομορφιά του κόσμου…
Ο ουρανός δικός μου, η θάλασσα στα μέτρα μου…
Πώς να με κάνουν να τον δω τον ήλιο μ' άλλα μάτια,
στα ηλιοσκαλοπάτια μ' έμαθε η μάνα μου να ζω...
Στου βούρκου μέσα τα νερά, ποια γλώσσα μου μιλάνε
αυτοί που μου ζητάνε να χαμηλώσω τα φτερά…


Η ΑΛΗΘΕΙΑ…

Κοίτα το φεγγάρι Μαργαρίτα, λάμπει σαν τον ήλιο.
Το μισό άμα το γυρίσεις απ' την άλλη,
είναι θεοσκότεινο κι αυτό…
Μέσα σ' ένα βράδυ Μαργαρίτα, μη ζητάς να μάθεις τη ζωή…
Άιντε, καληνύχτα Μαργαρίτα, θα τα ξαναπούμε το πρωί.
Πάρε μιαν ανάσα τελευταία για να την κρατήσεις στο φιλί.
Άιντε, καληνύχτα Μαργαρίτα, σήμερα κουράστηκες πολύ…
Αυτή η γειτονιά είναι για όλους μας ένα κλουβί.
Kανείς δε ζει αληθινά αυτό που θά ΄θελε να ζει,
γιατί το όνειρο είναι μια στιγμή
και όλες οι άλλες οι στιγμές απελπισία.
Mέσα σ΄ αυτό το δρόμο γεννιόμαστε, ζούμε και πεθαίνουμε,
μαζί με μας και τα όνειρα μας, μαζί με μας και τα παιδιά μας.
Γι' αυτό ένα πάρτι σ΄ αυτό το δρόμο,
είναι πιο θλιβερό και από τον ίδιο το θάνατο.
Είναι ένα γραμμόφωνο που ολοένα ξεκουρδίζεται,
δυο ιδρωμένα χέρια στο άσπρο φόρεμα ενός κοριτσιού.
Ένας σκύλος που απορεί.
Ένα ποτήρι αδειανό στην άκρη της αυλής μου.
Μια κόκκινη κορδέλα στα μαλλιά της,
ένας κρυφός αναστεναγμός…


Η ΑΥΤΑΠΑΤΗ…

Άσε τι λένε τα χαρτιά και η ταυτότητά μου!
Σήμερα έχω γεννηθεί, μαζί με τα όνειρά μου!
Το παρελθόν μου το ξεχνώ κι ανοίγω τα φτερά μου!
Θέλω να ζήσω! Θέλω να ζήσω!
Ό,τι δεν γνώρισα να το γνωρίσω!
Να ζω την κάθε μου στιγμή, με την καρδιά, με το κορμί!
Απ' την ρουτίνα μου να βγω, να πω πως έζησα κι εγώ!
Την περασμένη μου ζωή όλη την ακυρώνω,
για να προλάβω το παρόν και τον χαμένο χρόνο!


Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ…

Η νύχτα...
Όνομα ουσιαστικό, γένους θηλυκού, ενικός αριθμός.
Πληθυντικός αριθμός οι νύχτες. Οι νύχτες από ‘δω και πέρα.

Ο φόβος...
Όνομα ουσιαστικό, στην αρχή ενικός αριθμός και μετά πληθυντικός.
Οι φόβοι. Οι φόβοι για όλα από εδώ και πέρα.

Ο έρωτας.
Όνομα ουσιαστικό. Πολύ ουσιαστικό...Ενικού αριθμού.
Γένους ούτε θηλυκού ούτε αρσενικού. Γένους ανυπεράσπιστου.

Η μνήμη. Κύριο όνομα των θλίψεων.
Ενικού αριθμού. Μόνον ενικού αριθμού και άκλιτη:
Η μνήμη... Η μνήμη... Η μνήμη...

Νυχτώνει κι απ΄ τον έρωτα δεν έχω να λαβαίνω.

Να ντυθώ, να χτενιστώ δεν προλαβαίνω…

Στους δρόμους αναλώνομαι. Γραφεία, διαδρόμοι.
Με τύψεις φορτώνομαι, ζητάω συγνώμη.
Συγνώμη από μένανε που μ' έχω ξεχάσει…
Ζωή είναι μάτια μου, ζωή, θα περάσει…

Τώρα χαμένη στων ονείρων μου το χάρτη,
όλο ρωτάω πώς τα 'φερε έτσι η ζωή:
Αυτοί που φύγανε να με καλούν σε πάρτι
κι αυτοί που ζούνε να μου λείπουν πιο πολύ…

Η ΠΟΡΕΙΑ…

Καμιά φορά λέω ν΄ αλλάξω ουρανό,
μα δεν υπάρχουν δρόμοι…

Σκούπισα τα μάτια τα κλαμένα, έβαψα τα χείλη τα θλιμμένα,
πέρασα το ρουζ στα μάγουλα μου,
έβαλα λουλούδια στα μαλλιά μου.
Πήρα το φουστάνι το καλό μου,
κρέμασα στολίδια στο λαιμό μου,
κλείδωσα συρτάρια αναμνήσεις,
έθαψα χιλιάδες συγκινήσεις.
Ξεγελώ λοιπόν τον καθένα πως καημό δεν έχω κανένα…

Ποιος είσαι φίλε, δε σε ξέρω, φίλε.
Πες μου τ' όνομά σου, άλλα λόγια δε ρωτώ απόψε.
Τσιγάρο φίλε, τη φωτιά σου δως μου,
κάθισε κοντά μου λίγο, έτσι, για να ζεσταθώ απόψε.
Κι αν κλάψω φίλε, θα 'ναι που 'μαι μόνη και φοβάμαι.
Θεέ μου, δείχνω, μα δεν είμαι δυνατή…
Τα φώτα σβήσε και την πόρτα κλείσε.
Πλάι σου θα πέσω, πέτρα στο νερό, και ας χαθώ απόψε...
Τρομάζω φίλε… Φλόγα η ματιά σου…
Άγγελε της νύχτας, στις φτερούγες σου θα μπω απόψε.
Ρωτάς ποια είμαι, ποια στ' αλήθεια είμαι…
Να που κάποιο ψέμα πρέπει νά ΄βρω πάλι για να πω απόψε…
Μη φεύγεις φίλε, λίγο ακόμα μείνε.
Πώς φοβάμαι Θεέ μου, δείχνω μα δεν είμαι δυνατή…
Αντίο φίλε…Μόνη τώρα μένω…
Κάποιο τρόπο θά ΄βρω για να ξεχαστώ και πάλι απόψε…

Αγάπη πού ΄γινες δίκοπο μαχαίρι …
Κάποτε μού ΄δινες μόνο τη χαρά…

Έγραφες πάνω στο κορμί μου,
«Όποτε θέλω εγώ θα ζεις κι όποτε θέλω θα πεθαίνεις!
Όποτε θέλω θα σε διώχνω και θα 'ρχεσαι όταν θέλω εγώ!»
Έγραφες πάνω στην ψυχή μου, την πλήξη σου να ξεπεράσεις…

Κι αν δεν μπορώ το πάθος μου να καταργήσω,
δικαίωμά μου να διαλέξω πώς θα ζήσω.
Κι αν προκαλείς ανατροπή στη λογική μου,
δικαίωμά μου, είν' υπόθεση δική μου.

Κομμένη η ανάσα δίχως μια φωνή,
παίζω τα μπάσα στο δικό σου το κορμί
κι ανασηκώνω το σεντόνι σαν αυλαία,
με τέτοια λύσσα και ορμή,
να ξαναπαίξω τη σκηνή σα νά 'ναι η πράξη η τελευταία.
Γυμνό, σ' είδα στον ύπνο μου γυμνό,
ξυπνώ κι έχω το στόμα σου στο στόμα.
Γυμνό, σ' είδα στον ύπνο μου γυμνό,
ξυπνώ και ζω με τ' όνειρό μου ακόμα.
Φωτιά και λάβρα για μας η επαφή.
Άμα ταιριάξει το κορμί μ' άλλο κορμί,
είν' η συνάντηση μεγάλη και μοιραία.
Κι όσα δε ζήσαμε μαζί,
η φαντασία μας τα ζει και μας ταιριάζει πιο ωραία…

Ασφαλώς και το ξέρω πως δεν είμαστε ίδια -
μοναχά στα παιχνίδια είμαστε όλοι παιδιά…

Τα μεσάνυχτα, όταν σβήνει το φως, από πάνω ο Θεός.
Τ' όνομά σου η σιωπή με ξυπνά να μου πει.
Τα μεσάνυχτα, σαν σουγιάς με τρυπά το εκκρεμές που χτυπά.
Είμαι άδειο νησί κι όλα γίνονται εσύ…
Τα μεσάνυχτα είμαι σώμα μισό, μια κραυγή δίχως ήχο
και τους δείχτες μισώ που αγαπιούνται στον τοίχο…
Τα μεσάνυχτα, σαν στοιχιά με ξυπνούν πάλι τα περασμένα,
φλέβες κι αίμα πεινούν και φωνάζουν εσένα…
Τα μεσάνυχτα, όταν σβήνει το φως, από πάνω ο Θεός.
Αναμνήσεις σωρό - πάρτες δεν τις μπορώ…
Τα μεσάνυχτα, το τσιγάρο πικρό και μου καίει το στόμα…
Δωσ΄ μου λίγο καιρό, δωσ΄ μου μια νύχτα ακόμα…
Τα μεσάνυχτα γαληνεύει η γη, μόνο εγώ δεν κοιμάμαι.
Είμαι όλη πληγή, αγρυπνώ και θυμάμαι…

Δε με νοιάζει με ποιον ακούς απόψε αυτό το τραγούδι.
Γράψε μόνο ένα γράμμα που ποτέ δε θα διαβάσω,
γύρω μας βουίζει πυρκαγιά.
Γράψε μόνο μια-δυο λέξεις, για ανθρώπους και για τόπους
που εμείς ποτέ μαζί δε θα δούμε…
Δε μ' ακούει κανένας απόψε και τίποτα δε με βοηθάει…
Η κιθάρα μου έχει θυμώσει απόψε και δε μου μιλάει…
Πατάω σε σπασμένα γυαλιά…

Έκλεισε ο κύκλος κάπου εδώ.
Πήρε ο καθένας το μισό κι από έναν φόβο...

Να με θυμάσαι… Όταν κρυώνεις κι όταν φοβάσαι να με θυμάσαι…
Να με θυμάσαι όταν πονάς και δεν κοιμάσαι… Να με θυμάσαι…

Απόψε και πάλι σ' ένα μπαρ θα χαθώ,
στη γνώριμη ζάλη και στο ίδιο σκηνικό.
Ακόμα ένα βράδυ
με το χέρι ενοχλώ το ίδιο σημάδι στο τραπέζι το γνωστό…

Ο ΕΠΙΛΟΓΟΣ…

Έχω φτερά σαν χελιδόνι και αλυσίδες σαν άνθρωπος…


Για ποιον έζησα…
Για ποιον πέθανα…
Για ποιον έφυγα…
Για ποιον έμεινα…
Για ποιον τέλειωσα…
Για ποιον άρχισα…
Για ποιον πρόλαβα…
Για ποιον άργησα…

Μη μου θυμίζεις ποια είμαι, ποια ήμουν. Κοντά στο τέλος ποιος θυμάται την αρχή…

Αβάσταχτή μου ελαφρότητα, μού στέρησες του κόσμου την απλότητα…

Με έσπρωξες στις πόρτες του φτηνού,
εκεί που χάνει η ψυχή το νου…
Αβάσταχτή μου ελαφρότητα,
μού κλείδωσες της τρέλας την ταυτότητα,
μ' οδήγησες στους δρόμους του καπνού,
εκεί που χάνει ο νους το νου…

Περπατούσα αφηρημένη και δεν είδα το φανάρι.
Είδα μόνο, τρομαγμένη, ένα Honda να φρενάρει.
«Πρόσεξε θα σκοτωθείς!» μού φωνάζει ο οδηγός.
«Και τι έγινε που ζεις;», λέει μέσα μου ο Θεός.
Κι έμεινα αφηρημένη να κοιτάζω το φανάρι να μου λέει:
«Ζωή σημαίνει ένα Honda που φρενάρει...»


Άσφαλτος υγρή, χειμωνιάτικη. Απ΄ όπου πέρασα έμεινα ξένη.
Άσφαλτος λερωμένη κι άχρηστη μα εσύ, θυμάμαι, φορούσες φτερά.
Ναι, αλλά πότε; Στα όνειρά μου μάλλον, στα όνειρά μου, ναι.
Κι ίσως, ακόμα πιο παλιά.
Οπτικές ίνες, διαδικτυακές σιωπές, μας ένωναν και μας χώριζαν.
Συνήθισα την απουσία.

…ΚΑΙ Η ΕΛΠΙΔΑ…


Κάνε κουράγιο, Άννα.
Πάλεψε τα χρόνια.
Άννα μου, με τις αλλιώτικες συνήθειες, τις αλλιώτικες κινήσεις.
Είχες πολύ καλούς τρόπους. Φαινόταν ότι ήσουν από άλλο κόσμο.
Όμως, εσύ έκανες ό,τι μπορούσες για να μην το δείχνεις.
Δεν περιφρονούσες τη φτώχεια, αλλά ούτε σε γοήτευε ιδιαίτερα.
Όλα σε σένα ήταν διαφορετικά.Το δωμάτιό σου με τα σπάνια αντικείμενα,
τα γράμματα, τα δώρα σου...Σίγουρα, είχες καλύτερο γούστο από μένα!
Ερχόσουν και μ' έβρισκες.Το κρεβάτι μου, το στήθος σου... Άννα, μικρή πρόστυχη κυρία.
Και κάτω απ' τα παράθυρα βρεγμένος δρόμος,ο ήχος του τρένου, το σούρουπο.
Και το δωμάτιο μου, Άννα, κρεμασμένο στον αέρα, σαν πορτοκάλι.
Κάνε κουράγιο Άννα...
Ξέρεις Άννα, εμείς οι δυο ήταν γραφτό να συναντηθούμε.
Τι να ξέρουν - πώς μπορούν να ξέρουν οι άλλοι…
Συνομήλικη, μικρή ερωμένη.
Θυμάσαι; Εκατομμύρια στιγμές, στιγμές που όσο πάνε και λιγοστεύουν,
έτσι όπως κάποιοι τις λεηλατούν μπροστά στα μάτια μας, κάθε μέρα.
Άδικα παλεύω να τις κρατήσω, άδικα.
Κυλάνε βουβά και φεύγουν προς τη μεγάλη θάλασσα.
Πέρασαν τόσα χρόνια.Δε φοράω πια το φοιτητικό μου μπουφάν
και δυσκολεύομαι να συνηθίσω αυτό το καλοραμμένο κουστούμι.
Δεν περιφρονώ το χρήμα, αλλά ούτε με γοητεύει ιδιαίτερα.
Μότσαρτ, Ρέκβιεμ, Agnus Dei, Yesterday.
Απόψε θά 'ρθω στο πρώτο σου όνειρο.
Μη γεράσεις Άννα, μη γεράσεις…
Πες ψέματα στον άντρα σου. Σκίσε την πρόσκληση, ακύρωσε το δείπνο.
Ακούμπησέ με, όπως τότε, με το γόνατό σου κάτω απ΄ το τραπέζι.
Απόψε Άννα, στο καλύτερο ξενοδοχείο. Απόψε. Στο πρώτο σου όνειρο.
Κάνε κουράγιο Άννα...
Πού να 'σαι τώρα… Ποιος ξέρει πώς περνάς...Πού να 'σαι τώρα…
Αχ πώς αντέχεις, χωρίς να έχεις αυτό που αγαπάς
και δίχως ν' αγαπάς αυτό που έχεις...
Μη γεράσεις Άννα, μη γεράσεις...
Γιατί δε θά 'χω πια κανέναν και τίποτα να με κρατήσει νέο...
Μόνος μου επιμένω ακόμα εδώ, παρόλο που άρχισε πάλι να βρέχει,
έτσι όπως βρέχει πάντα στα νησιά Οκτώβρη μήνα.
Θυμάσαι; Θάλασσα από μολύβι και ουρανός από πεύκα.
Απόμακρες, ανάκατες φωνές. Η φωνή της μητέρας, του φίλου, της κόρης,
του αδελφού, της ερωμένης, της σειρήνας του πλοίου.
Ρούχα λευκά, βιαστικά μαζεμένα, λίγο πριν τη βροχή.
Μαζί τους χάθηκε και το φως.
Ένας σύντομος περίπατος ακόμα, εκεί, δίπλα στη θάλασσα.
Κι ύστερα τέλος, τέλος…
Κάνε κουράγιο, Άννα…