Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2008

ΦΑΝΤΑΣΙΑ, ΣΕ ΛΑ ΕΛΑΣΣΟΝΑ ...

Έβρεχε καταρρακτωδώς και το κρύο ήταν αβάσταχτο. Η μέρα έμοιαζε με νύχτα εξαιτίας της άνευ προηγουμένου κακοκαιρίας.

Ο χαιρετισμός τους, από τυπικός έως και ψυχρός. Οι λέξεις μετρημένες, το ίδιο και τα βλέμματα. Η κοινή πορεία των δύο αυτών ανθρώπων στο σχετικά πρόσφατο παρελθόν, υπήρξε πολύ σύντομη και μάλλον αδιάφορη. Το μόνο που ίσως γνώριζαν με σιγουριά ο ένας για τον άλλον, ήταν πως επρόκειτο για ανθρώπους που, προκειμένου να ικανοποιήσουν τις όποιες επιθυμίες τους, ήταν σε θέση να καταργήσουν κάθε είδους όριο...

Την άφησε στο ξενοδοχείο της, αφού προηγουμένως όρισαν την ώρα της βραδινής τους συνάντησης. Καθ΄ όλη τη διάρκεια της διαδρομής από το ξενοδοχείο προς το σπίτι του, οδηγώντας μ΄ έναν τρομερό εκνευρισμό, εκείνος σκεπτόταν τι στο καλό ήθελε αυτή η γυναίκα και τον αναστάτωνε κάθε τόσο. Δεν την ήθελε στη ζωή του! Ποτέ δεν υπήρξε ουσιαστικά στη ζωή του και ποτέ δεν επρόκειτο να την αφήσει να εισχωρήσει σ΄ αυτήν, με καμία απολύτως ιδιότητα! Τότε, γιατί δέχθηκε να τη συναντήσει; Να πάρει ο διάολος, ένοιωθε ηττημένος! Αλλά όχι! Σήμερα ήταν η καταλληλότερη ευκαιρία για να της καταστήσει σαφείς τις προθέσεις του επιτέλους! Και μάλιστα όχι με λόγια, αλλά με τη συμπεριφορά του – αυτό μάλλον θα ήταν πιο αποτελεσματικό! Άρα, είχε ακόμη το «πάνω χέρι»!

Εκείνη, άφησε κυριολεκτικά τα πράγματά της να πέσουν στο δάπεδο του δωματίου. Ο φόβος την είχε παγώσει. Αυτό ήταν: Είχε μετανιώσει για την απόφασή της να κάνει αυτό το ταξίδι. Όμως, κατάφερε γρήγορα να τιθασεύσει αυτά τα ταπεινά συναισθήματα που προς στιγμή την κυρίευσαν και που κάθε άλλο παρά τη χαρακτήριζαν. Ούτως ή άλλως, ήταν πολύ εγωίστρια για να παραδεχθεί ότι όντως είχε κάνει λάθος…

Τον προσκάλεσε για φαγητό στο ξενοδοχείο. Εκείνος δεν έδειξε καθόλου ευχαριστημένος, γιατί είχε ήδη σχεδιάσει μια σύντομη έξοδο ώστε να την ξεφορτωθεί όπως – όπως, κι αυτή τόλμησε να του χαλάσει τα σχέδια! Παρ΄ όλα αυτά δέχθηκε την πρόσκληση, αφήνοντας όμως ξεκάθαρα να φανεί η δυσαρέσκειά του.

Κατά τη διάρκεια του δείπνου, η συζήτηση περιστράφηκε γύρω από θέματα ανούσια και αδιάφορα. Οι δυο τους μιλούσαν βαριεστημένα, σχεδόν βεβιασμένα. Η ώρα πέρασε και ήρθε η η αμηχανία να πάρει τη θέση της στο κατά τ΄ άλλα υπέροχα στρωμένο τραπέζι. Τι έπρεπε να κάνουν τώρα; Ήθελαν να πουν ο ένας στον άλλον «καληνύχτα», μα αυτή η «καληνύχτα» δεν ειπώθηκε ποτέ. Αντίθετα, εκείνος πρότεινε να συνεχίσουν κάπου αλλού για ένα ποτό, ενώ μέσα του είχε μετανιώσει ακριβώς την ίδια στιγμή που το πρότεινε. Εκείνη, που ίσως για πρώτη φορά στη ζωή της αισθανόταν εξαιρετικά άβολα μέσα στο αγαπημένο μαύρο φόρεμά της, έγνεψε καταφατικά χωρίς δεύτερη σκέψη.

Τα ποτήρια γέμιζαν, ξανά και ξανά. Το αλκοόλ, εκείνες τις γεμάτες σιωπή και ένταση στιγμές, ήταν η επικίνδυνη διέξοδος στα όσα μυστικά διαδραματίζονταν…

Είχε πάει σχεδόν τρεις και μισή. Εξακολουθούσε να βρέχει καταρρακτωδώς. Η φύση είχε μοιραία αναλάβει να σκηνοθετήσει το έργο εκείνη τη νύχτα…

Άφησαν τα βλέμματά τους να διασταυρωθούν, μονάχα για μια στιγμή. Κι ήταν αυτή η στιγμή αρκετή για να αισθανθούν ότι είχε έρθει η ώρα η δική τους… Δεν είπαν τίποτα. Απλά έφυγαν…

Εκείνος έμοιαζε να βρίσκεται σε πλήρη σύγχυση. Οδηγούσε γρήγορα, νευρικά. Τα φώτα του μπαρ όλο και ξεμάκραιναν πίσω τους. Η βροχή καθιστούσε την ορατότητα σχεδόν αδύνατη. Δεν ήξεραν πού πήγαιναν, δεν τους ενδιέφερε. ΄Απλωσε το χέρι της και άγγιξε το δικό του. Εκείνος δεν αντέδρασε, συνέχισε να οδηγεί ολοένα και με μεγαλύτερη ταχύτητα. Όλα τριγύρω έχασαν σταδιακά το σχήμα τους, έγιναν θολά, ακαθόριστα. Οι ήχοι φυλακίστηκαν στο κενό και μόνο η εκκωφαντική μουσική είχε γίνει ένα με το λαχάνιασμά τους. ΄Ιλιγγος. Άφησε το χέρι της να περιπλανηθεί στο κορμί του, με ένα χάδι τρυφερό στην αρχή, διεκδικητικό μετά, πρόστυχο, αρρωστημένο, απελπισμένο… Και μόνο μια σκέψη βούιζε στο κεφάλι της ξανά και ξανά «όλα ή τίποτα, όλα ή τίποτα…». Εκείνος δεν την εμπόδισε, μόνο πάτησε κι άλλο το γκάζι, μέσα σ΄ ένα πυκνό σκοτάδι…

-------------------------------

Προσπαθώ μάταια να θυμηθώ ποιος είπε ότι ο έρωτας είναι το χειρότερο από τα ανθρώπινα πάθη, γιατί υποδουλώνει ταυτόχρονα και τον νου, και την καρδιά, και το σώμα... Μάταια όμως...

Πέμπτη 2 Οκτωβρίου 2008

ΕΝΑ ΓΡΑΜΜΑ, ΠΟΥ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΘΑ ΔΙΑΒΑΣΕΙΣ...

Αγαπημένε μου, κάποτε, Λ.............

Ήρθες και χθες…

Χτυπώντας επίμονα την πόρτα μου τα μεσάνυχτα, ήρθες για πολλοστή φορά να με καταδυναστεύσεις. Ζητώντας μου, εκτός των άλλων, να σου χαρίσω και κομμάτια της πολύτιμης μοναξιάς μου, μιας μοναξιάς που έμαθα να βιώνω με απόλυτη αξιοπρέπεια – γιατί η μοναξιά προϋποθέτει αξιοπρέπεια ξέρεις… Ίσως και να αισθάνεσαι ηδονή βασανίζοντάς με…

Και γι΄ ακόμη μια φορά μού ΄πες πως «μ΄ αγαπάς». Μ΄ έναν έρωτα νοσηρό, που γεννήθηκε στο σκοτάδι…

Κι αφού λοιπόν λες πως «μ΄ αγαπάς», βρες μου έναν τρόπο να διαγράψω όλες εκείνες, τις αμέτρητες φορές, που για να οδηγήσω την μοναξιά μου στην τελείωση, χρειάστηκε να αυτοαναιρεθώ ξανά και ξανά – ξέρεις πόσο οδυνηρό είναι αυτό;

Κι αφού λοιπόν λες πως «μ΄ αγαπάς», δείξε μου τον τρόπο να διαγράψω τη φρικιαστική εικόνα μου, όταν περιέφερα με μιαν ασυγχώρητη αδιαφορία το σαρκίο μου, δίνοντας την αίσθηση του θανάτου…

Κι αφού λοιπόν λες πως «μ΄ αγαπάς», δείξε μου τον τρόπο να διαγράψω από τη μνήμη μου τον εμπαιγμό που αναγκάστηκα να υποστώ, όταν εξύμνησα ως ιδεώδεις υπάρξεις πλάσματα που δημιουργήθηκαν στην αρρωστημένη φαντασία μου, από ανάγκη και μόνο …

Κι αφού λοιπόν λες πως «μ΄ αγαπάς», δείξε μου τον τρόπο να διαγράψω από την ψυχή μου τις φορές που αναγκάστηκα να καθηλωθώ μπροστά σε μαύρες οθόνες εκλιπαρώντας για λίγες λέξεις από ασήμαντα ανθρωπάκια… Δείξε μου τον τρόπο να πάρω πίσω τα μυστικά μου, που με δόλιους τρόπους κάποιοι υπάνθρωποι μου απέσπασαν…

Είσαι ο αίτιος, βρες μου τις λύσεις λοιπόν…

Όμως, πρέπει και να σ΄ ευχαριστήσω: Μέσα απ΄ όλη αυτήν τη διαδικασία της πλήρους διάλυσης, μπόρεσα να ολοκληρώσω την ομορφιά μέσα μου…

Άνθρωπος των προκλήσεων εγώ, δούλος πιστός των παθών μου, λάτρης και μύστης των απολαύσεων της σάρκας, αυτοπροσδιορίσθηκα και κατάφερα να απαρνηθώ το εγώ μου. Σ΄ ευχαριστώ, γιατί μ΄ έκανες δυνατή, κομματιάζοντάς με – και πόσο αντιφατικό είναι αυτό…

Ναι, σ΄ αγάπησα πολύ... Μοιράστηκα μαζί σου εμπειρίες μοναδικές και ανεπανάληπτες, χρόνια όμορφα... Μα πια, δεν μπορώ, δεν θέλω, να προφέρω τη φράση «σ΄ αγαπώ» - ούτως ή άλλως, είναι λίγη, μικρή, χιλιοειπωμένη…

Κι αν κάποτε θα είχα την τύχη να αισθανθώ ξανά αυτό που οι πολλοί λένε «αγάπη», θα το εξέφραζα λέγοντας απλά έναν στίχο από ένα ποίημα του Ρίτσου:

«Βύθισέ με στο σκότος σου… Θέλω να σε καταλάβω…».

Απαιτεί αυταπάρνηση, αυτοπροσφορά, για να θελήσεις να βυθιστείς στα σκοτάδια του άλλου… Κι είναι αλήθεια τόσο λίγοι εκείνοι που διαθέτουν το ψυχικό σθένος και το μεγαλείο για να το κάνουν…. Κι εσύ, ποτέ δεν ανήκες σ΄ αυτούς τους λίγους…

Δεν θέλω να σε δω ποτέ ξανά…

Καλή σου νύχτα…

Σάββατο 27 Σεπτεμβρίου 2008

ΜΙΑ ΣΧΕΔΟΝ ΟΜΟΡΦΗ ΜΕΡΑ ...

(Μια Πέμπτη, κάπου στα μέσα του Σεπτέμβρη...)


Πρωινό ξύπνημα περίπου στις οκτώ.

Σηκώνομαι κουρασμένη – χθες κοιμήθηκα αργά. Σχεδόν στα τυφλά κατευθύνομαι προς την κουζίνα για το πρωινό μου – ζεστό γάλα με μέλι – απόλαυση! Το πρώτο μου τσιγάρο, και το δεύτερο, και το τρίτο. Και τώρα, ώρα για το πρωινό καυτό μπάνιο μου – αγαπημένη συνήθεια…

Ωχ! Διακοπή ρεύματος! Φτου! Πώς θα κάνω τώρα το μπάνιο μου; Ο συγκεκριμένος χώρος δεν έχει παράθυρο ώστε να φωτίζεται από το φως της ημέρας. Ψυχραιμία. Επιστρατεύω τα κεριά μου – δεν είναι κι άσχημα (και θά ΄ταν ακόμη καλύτερα εάν είχα συντροφιά…).

Ανοίγω διάπλατα τα παράθυρα στην κρεβατοκάμαρά μου, με τραβηγμένες τις κουρτίνες βέβαια. Ντύνομαι γρήγορα – μαύρο τζιν παντελόνι, μαύρη εξώπλατη μπλουζίτσα (ασφαλώς και όλα μαύρα – μέσα κι έξω!). Ευτυχώς, δεν συνηθίζω να μακιγιάρομαι και να φτιάχνω μαλλιά πρωινιάτικα. Αναχώρηση για το γραφείο.

Περιμένοντας για ταξί βλέπω μια μηχανή να ΄ρχεται κατά πάνω μου. «Θα με σκοτώσει ο μαλάκας!» σκέπτομαι και ενστικτωδώς κάνω πίσω. Περνώντας από μπροστά μου ο οδηγός, μού λέει «Παιδί μου, το μπούστο σου !». Το ποιο; Το μπούστο μου; Κατά καιρούς ακούω διάφορα στο δρόμο, αλλά αυτό το ακούω για πρώτη φορά! ΄Ακου το … «μπούστο» μου! Με εξέπληξε που ένας άντρας γνώριζε τη λέξη «μπούστο» αλλά μού φάνηκε και άκρως γελοίο να χρησιμοποιείται η συγκεκριμένη λέξη για … καμάκι! Μέσα μου σκέπτομαι «Ρε βλάκα, εάν κοίταζες το πρόσωπό μου και όχι τα βυζιά μου, θα έβλεπες ότι κοντεύω να περάσω … στη δεύτερη εφεδρεία !». ΄Αντρες …

Επιτέλους, ταξί. «Καλημέρα. Αθήνα παρακαλώ». Ευτυχώς, ο ταξιτζής δεν είναι φλύαρος. Απ΄ το ραδιόφωνο ακούγεται ο εκφωνητής των ειδήσεων του «Sky» που λέει για κάποιες στάσεις εργασίας, για κάποιες κινητοποιήσεις στο κέντρο, κλπ. – τα γνωστά δηλαδή. Σκέπτομαι ότι θα συναντήσω κίνηση στο δρόμο κι αρχίζω να αγχώνομαι. Όμως ψυχραιμία, θα δούμε. Μα τι να δούμε χρυσή μου! Στους δρόμους επικρατεί το λιγότερο πανικός! (θα χρησιμοποιούσα εδώ τη λέξη «κόλαση», αλλά είναι από τις αγαπημένες μου…). Ανασαίνω, ξανασαίνω, το ίδιο και ο οδηγός. Μετά από πολλή ώρα, φτάνω επιτέλους στον προορισμό μου.

Αφήνω βιαστικά τα πράγματά μου – τσιγάρα, κινητά, κλειδιά, λεφτά - πάνω στο γραφείο, κι ετοιμάζομαι, μετά από μια βαθιά ανάσα να απολαύσω την πρώτη μου γουλιά από το φρέσκο δροσερό μου γάλα (κι άλλο γάλα). Μα το κουτί με το γάλα βρίσκεται ξαφνικά πεσμένο στην επιφάνεια του γραφείου μου ως δια μαγείας (μάλλον ως δια … μαλακίας!). Τι να πρωτοσώσω; Χαρτιά, πληκτρολόγια, κινητά, λεφτά, κλειδιά, όλα κολυμπάνε στο γάλα! Γαμώ την ατυχία μου! Δεν άρχισε καλά η μέρα μου! Καθαρίζω όπως-όπως κι αρχίζω να δουλεύω (μαρτύριο να κάνεις μια δουλειά που σιχαίνεσαι…).

Ο θόρυβος που προκαλείται από το κυκλοφοριακό χάος που επικρατεί στη λεωφόρο δοκιμάζει τις αντοχές μου, προσπαθώ όμως να συγκεντρωθώ στη δουλειά μου. Οι ώρες περνούν, πείνασα. Το πρωί είχα πετάξει όπως – όπως στο σακίδιό μου ένα άψητο τοστ από μαύρο ψωμί, με μαρούλι, τόνο και μαγιονέζα. Αυτό το «όπως – όπως» όμως με κατέστρεψε! Το τοστ δραπέτευσε από το polybag και τα πράγματά μου έγιναν χάλια: Τα πακέτα τσιγάρα, η ατζέντα μου (επιμένω κλασσικά στην ατζέντα κι όχι στο πέρασμα αριθμών στο κινητό), τα λεφτά μου (αχ! Πότε θα μάθω να χρησιμοποιώ πορτοφολάκι όπως όλος ο κόσμος ! ) και τέλος το τετράδιό μου – ό,τι πολυτιμότερο υπάρχει στο σακίδιό μου γιατί εκεί μέσα γράφω ό,τι μού ΄ρχεται ανά πάσα στιγμή. Πλέον ξεχνώ τους καλούς μου τρόπους κι αρχίζω να βρίζω χυδαία. Την ώρα που προσπαθώ να καθαρίσω ό,τι και όπως μπορώ, νά ΄σου και ο διευθυντής. Η διαίσθησή μου μού λέει ότι δεν πρόκειται για την καθημερινή ηλίθια βολτούλα του από το γραφείο μου. «Το Σαββατοκύριακο πας Κέρκυρα» μού λέει. Νά ΄το ! «Μα πώς» λέω «αφού έχει ήδη κανονιστεί να πάει ο τάδε. Δεν μπορώ να λείψω αυτό το Σαββατοκύριακο». «Δεν γίνεται» μού απαντά. «Τη συγκεκριμένη δουλειά δεν μπορεί να την κάνει ο τάδε, πρέπει να πας εσύ» κλπ. κλπ. κλπ. Γαμώ το κέρατό μου! Μου αρέσει πολύ η Κέρκυρα, και γνωστούς έχω εκεί που θα χαρούν να με δουν, και για το παστιτσάδο τρελαίνομαι, αλλά αυτό το Σαββατοκύριακο ήθελα να μείνω στο σπιτάκι μου να ξεκουραστώ επιτέλους, ψυχικά και σωματικά! Μού κόπηκε η όρεξη για φαγητό. Δεν μπορώ να δουλέψω άλλο, μαζεύω βιαστικά τα πράγματά μου και φεύγω.

Παρ΄ όλο που σήμερα έχει δροσιά, εντούτοις η ατμόσφαιρα είναι αποπνιχτική. Περνάω απέναντι για ταξί. Ευτυχώς, η κάθοδος φαίνεται πιο ήρεμη – νομίζω όμως! Σήμερα η κάθοδος είναι χειρότερη απ΄ την άνοδο! Κι ο ταξιτζής φλύαρος του κερατά! Πόσο γελοίος μπορεί να γίνει ένας άντρας όταν προσπαθεί να φλερτάρει! «Σας παρακαλώ» του λέω όσο πιο ευγενικά και διακριτικά γίνεται. «Δεν είναι κι η καλύτερή μου μέρα σήμερα». Και μέσα μου «Άντε γαμήσου!». Η κίνηση απερίγραπτη – μα τι στο καλό – μήπως συνέβη κάποιο ατύχημα; Όχι δικέ μου! Απλά, δυο – τρία χιλιόμετρα παρακάτω ένα κολομάγαζο έχει εγκαίνια! Διπλοπαρκαρισμένα αυτοκίνητα – άκουσον άκουσον - μέχρι και πούλμαν παρκαρισμένα στη λεωφόρο και μάλιστα σε ώρα αιχμής!. Κυράτσες – και όχι μόνο – φορτωμένοι όλοι με σακούλες, κούτες και κουτάκια! «Κρίση στην παγκόσμια οικονομία, που έχει επίπτωση στα ελληνικά νοικοκυριά». Πούτσες! Όλοι είναι φορτωμένοι με ψώνια και τα νεύρα μου τέλια !

Φτάνω σπίτι – ανάσταση! Βιάστηκα όμως να … αναστήσω: Ψάχνω κλειδιά, τίποτα - τα ξέχασα στο γραφείο! Τα μπινελίκια δίνουν και παίρνουν! Χτυπάω κουδούνια, απάντηση καμία. Τι διάολο, όλοι λείπουν; Και τότε βλέπω κολλημένο στο τζάμι της εισόδου χαρτί της ΔΕΗ που ειδοποιεί για τη διακοπή ρεύματος μέχρι και τις επτά το απόγευμα. Το πρωί, μέσα στη βιασύνη μου, δεν το είδα. Γι΄ αυτό κι οι γείτονες δεν ακούν τα κουδούνια. Προσπαθώ να τηλεφωνήσω σε κάποιον από αυτούς για να κατέβει να μού ανοίξει, αλλά τα πλήκτρα των κινητών κολλάνε απ΄ τα γάλατα, τις μαγιονέζες και τα μαρούλια ! Με κάποια προσπάθεια τα καταφέρνω επιτέλους – ένας γείτονας κατεβαίνει και μού ανοίγει.

Φτάνω στον όροφό μου – κατάπληξη: Κι άλλο κολλημένο χαρτί, στην πόρτα μου αυτή τη φορά: «Ενώπιον κάθε αρμοδίου δικαστηρίου και αρχής, εξώδικος καταγγελία και πρόσκληση». Τι είναι αυτό πάλι; Κατάλαβα! Τράπεζα, κάρτες, δόσεις – το γνωστό τρίπτυχο. Αφού όμως το θέμα έχει τακτοποιηθεί, τι δουλειά έχει αυτό το χαρτί στην πόρτα μου; Και πώς κατάφερε ο δικαστικός κλητήρας να ανεβεί στον όροφό μου, αφού, λόγω της διακοπής ρεύματος, τα κουδούνια δεν χτυπούσαν; Προφανώς συνάντησε τυχαία κάποιον στην είσοδο και του άνοιξε. «Πάλι ρόμπα έγινα» σκέπτομαι. «Μ΄ έχουν που μ΄ έχουν στη μπούκα οι γείτονες λόγω της μουσικής που ακούω στο τέρμα, πόσο μάλλον τώρα! Τα κουτσομπολιά θα δίνουν και θα παίρνουν πίσω από τις κλειστές πορτούλες τους». Ουδόλως όμως μ΄ απασχολεί – τους έχω γραμμένους. Ποτέ δε μ΄ ένοιαξε για το τι θα πει ο κόσμος…

Κάνω ένα μπάνιο όπως – όπως και πέφτω για ύπνο.

Ωρα οκτώ και μισή περίπου. Ξυπνάω – το ρεύμα επανήλθε. Ωραία! Παίρνω μια μπανάνα και κατευθύνομαι προς τη βεράντα μου. Απλώνομαι σε μία από τις αναπαυτικές πολυθρόνες μου καταβροχθίζοντας κυριολεκτικά τη μπανάνα – είμαι νηστική από το πρωί. Τώρα που είμαι ήρεμη, σκέπτομαι ότι η προοπτική του ταξιδιού στην Κέρκυρα δεν φαντάζει και τόσο άσχημη.

«Και τώρα τι να κάνω για να περάσει η ώρα; Δεν περιμένω τίποτα και κανέναν…».

Τελικά, διαπιστώνω, η μέρα μου ήταν μια σχεδόν όμορφη μέρα εάν τη συγκρίνω με τη νύχτα που απειλητικά πλησιάζει. Εάν τη συγκρίνω με το φρικτό μου σκοτάδι που θα με γεμίσει ξανά από ουσιαστικά άγχη, βαθιές απογοητεύσεις και ατέλειωτες, τυραννικές σιωπές… Σκατά …

Πέμπτη 18 Σεπτεμβρίου 2008

Η ΣΥΜΠΤΩΣΗ ...

("Θέλω να φιλήσω τα σημάδια σου...
Εκείνα στα χέρια σου...
Κι εκείνα της ψυχής σου...")
«Γεια σου» της είπε.
Η φωνή του αντήχησε στ΄ αυτιά της ξαφνιάζοντάς την. Ακαριαία σκέφτηκε πως δεν είναι δυνατόν ο άνθρωπος εκείνος να βρίσκεται εκεί. Μάλλον η ατμόσφαιρα σ΄ εκείνο το γεμάτο από θλιβερές αναμνήσεις μπαρ, τα ποτά, η μοναξιά και η οδύνη για όσα ήθελε και δεν θα μπορούσε ποτέ να έχει, ίσως ακόμη και το «Abracadabra» του Steve Miller, να την είχαν οδηγήσει σ΄ αυτήν την παράκρουση. Ίσως και η διάθεση της συνείδησης για μια άνευ όρων παράδοση στις ψευδαισθήσεις, ίσως ακόμη και η μονομανία, η απόλυτη προσήλωση σε μια νοσηρή κατάσταση...

Η κίνησή της να στρέψει το βλέμμα της και να τον κοιτάξει ήταν καθαρά ανακλαστική, αφού στον νου και στην ψυχή της είχαν γίνει αυτόματα όλες εκείνες οι εσωτερικές διεργασίες, ώστε σε κλάσματα δευτερολέπτου να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι λάθος άκουσε. Όμως δεν ήταν έτσι - αυτός ο άνθρωπος στεκόταν μπροστά της, πιο αληθινός κι απ΄ τον αγέρα και την αλμύρα της αγριεμένης θάλασσας, που απλωνόταν προκλητικά όμορφη λίγο πιο πέρα…

Εκείνος κοντοστάθηκε για λίγο, διαπερνώντας την με ένα κυριολεκτικά εξεταστικό, σχεδόν προσβλητικό βλέμμα. Φαινόταν αιφνιδιασμένος: Όχι, αυτή δεν ήταν η γυναίκα που είχε γνωρίσει πριν από καιρό. Εκείνη που τότε είχε βρεθεί τυχαία στο δρόμο του δεν ήταν βέβαια μια γυναίκα στην πρώτη της νιότη, δεν ήταν όμορφη, ήταν απλά συμπαθητική, μα, όπως και νά ΄χε, η γυναίκα που στεκόταν τώρα μπροστά του δεν είχε καμία σχέση μ΄ εκείνη του τότε. Αυτή εδώ ήταν ταλαιπωρημένη, κουρασμένη, στο πρόσωπό της είχαν αρχίσει να διαγράφονται οι πρώτες ρυτίδες. Και τα χέρια της ήταν χέρια μιας μάλλον μεγάλης γυναίκας. Το όλο παρουσιαστικό της μαρτυρούσε μια τέλεια αυτοεγκατάλειψη.

«Μα είναι δυνατόν;» αναρωτήθηκε μέσα του. Πώς άλλαξε έτσι αυτή η γυναίκα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα; Όχι, δεν είναι δυνατόν, έκανα λάθος…».

«Συγνώμη, λάθος» της είπε και απομακρύνθηκε περνώντας απαλά το χέρι στη μέση της κοπέλας που συνόδευε. Ήταν μια πολύ όμορφη νεαρή γυναίκα κι εκείνος έδειχνε πολύ ερωτευμένος μαζί της.

Η άλλη δεν είπε τίποτα. Άναψε ένα τσιγάρο κι έφυγε βιαστικά από το μπαρ με το κεφάλι σκυφτό. Έμοιαζε νά ΄θελε απεγνωσμένα να κρυφτεί, ώστε να μην εκτίθεται στο απαξιωτικό βλέμμα κανενός…

Ο νεαρός άντρας οδήγησε ευγενικά την κοπέλα του σ΄ ένα τραπεζάκι στο βάθος, εξακολουθώντας να την κρατά τρυφερά από τη μέση. Με φωνή γεμάτη λαγνεία τη ρώτησε τι θα πάρει, της έδωσε το πιο γλυκό φιλί του στο ημίφως κι αφέθηκε ξέγνοιαστος να βυθιστεί στη ζάλη του έρωτα και της ευτυχίας του. Ξαφνικά, τη στιγμή ακριβώς που έφερνε το ποτήρι στα χείλη του, συνειδητοποίησε ότι στο χέρι της γυναίκας που πριν από λίγο είχε συναντήσει στη μπάρα, υπήρχαν κάποιες χαρακτηριστικές ουλές. Θα ορκιζόταν ότι τις ίδιες ουλές είχε κι η γυναίκα που πριν από καιρό συνέβη να γνωρίσει.

«Σύμπτωση» σκέφτηκε και ήπιε ανέμελα μια γερή γουλιά βότκας. Ευτυχώς, μια γερή δόση βότκας, έχει κατά περιπτώσεις τη μαγική ιδιότητα να εξαφανίζει ανώδυνα όλων των ειδών τα σημάδια. Ακόμη και τα σημάδια της ψυχής… Κι εκείνα της συνείδησης...

Παρασκευή 15 Αυγούστου 2008

"ΕΥΤΥΧΙΑ ΕΣΤΙ..."



Πέρασαν χρόνια πολλά από τότε που αποπειράθηκα να φτιάξω το πρώτο – και μοναδικό - λεύκωμά μου. Ήμουν τότε 14 ετών και θυμάμαι με πόση λαχτάρα είχα ξεκινήσει την προσπάθειά μου εκείνη, επιστρατεύοντας κατ΄ αρχάς τη φαντασία μου, που κάλπαζε από τότε…

Το λεύκωμα – το οποίο ασφαλώς φυλάω μέχρι και σήμερα ως κόρη οφθαλμού - εκτός από τις κλασικές ερωτήσεις, περιελάμβανε και ερωτήσεις – ταμπού για την εποχή του και βεβαίως για το νεαρό της ηλικίας μου. Αυτός ήταν και ο λόγος που το λεύκωμά μου – 400 φύλλων παρακαλώ ! – πέρασε από εκατοντάδες χέρια και έγινε … διάσημο σ΄ ολόκληρο το σχολείο και όχι μόνο. Θα περίμενε κανείς να σταθώ σ΄ εκείνες τις «απαγορευμένες» ερωτήσεις, μα δεν θα είχε νόημα κανένα. Οι «κλασικές» ερωτήσεις είναι εκείνες που ουσιαστικά μένουν αναπάντητες ή έχουν τόσες απαντήσεις, όσες και οι άνθρωποι πάνω στη γη…

Ξεφυλλίζοντας τις χιλιογραμμένες κιτρινισμένες σελίδες του πριν από μερικές ημέρες, με έκπληξη διαπίστωσα ότι στις - κυριολεκτικά μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού - «καθιερωμένες» ερωτήσεις, δεν συμπεριλαμβανόταν η ερώτηση «Τι Εστί Ευτυχία». Προς στιγμήν αναρωτήθηκε πώς μού είχε «ξεφύγει» τότε μια τόσο σημαντική ερώτηση...

Από οποιαδήποτε οπτική γωνία κι αν εξετάσει κανείς την έννοια ευτυχία, όπως κι αν την ορίζει ο καθένας, είναι κοινώς αποδεκτό ότι θα καταλήξει στο συμπέρασμα πως αυτή δεν έχει διάρκεια. Ακόμη κι η εκπλήρωση των επιθυμιών, η πραγματοποίηση των ονείρων, η επίτευξη των στόχων, η επαλήθευση των προσδοκιών, προσφέρουν μονάχα μια σύντομη γεύση της ευτυχίας. ΄Επειτα από αυτό, η ζωή απλά συνεχίζεται με μια βαθιά αίσθηση ικανοποίησης. Το μεγαλειώδες εκείνο συναίσθημα που μεταμορφώνει προς στιγμήν τον άνθρωπο σε έναν μικρό παντοδύναμο Θεό, διαρκεί μονάχα μερικές στιγμές…

Ανέκαθεν υπήρξα ένας εξαιρετικά ολιγαρκής άνθρωπος. Απλά πράγματα όπως η θάλασσα, η βροχή, μια μελωδία, ένα ποτό, μια ουσιαστική συζήτηση με έναν φίλο μέχρι το χάραμα, μπορούσαν να συνιστούν κατά καιρούς τη δική μου ευτυχία. Σε μια κρίση αυτογνωσίας όμως, με τρόμο διαπίστωσα ότι αυτοχαρακτηρίζομαι ως «ολιγαρκής» γιατί στην πραγματικότητα ποτέ δεν απέκτησα την ικανότητα να αισθάνομαι πραγματικά ευτυχισμένη. ΄Ισως γι΄ αυτό να ευθύνονται κάποιοι που, από παιδί ακόμη, μ΄ έμαθαν ότι δεν δικαιούμαι να ζητάω, να διεκδικώ, παρά μονάχα να δίνω, έστω κι αν αυτό σήμαινε τον βρώμικο εκβιασμό των δικών μου επιθυμιών… Γι΄ αυτό λοιπόν και η ερώτηση «Τι Εστί Ευτυχία» παραλείφθηκε τότε – συνειδητά ή υποσυνείδητα - από το κατά τ΄ άλλα σπουδαίο λεύκωμα των 14 χρόνων μου…

Παρ΄ όλα αυτά, τόλμησα επιτέλους να ζητήσω κάτι παραπάνω για μένα, για την ευτυχία μου, όπως εγώ την ορίζω για τον εαυτό μου. Κι αυτό το κάτι δεν ήταν παρά μια καλημέρα… Και μια καληνύχτα…
«Η ευτυχία μερικές φορές μπορεί να κοστίζει ακριβά» - χιλιοειπωμένη, κοινότυπη φράση... Ταυτόχρονα όμως φράση γεμάτη αλήθεια και δύναμη, που επιβεβαιώνονται μέσα από τη διαχρονικότητά της… Κι εγώ, στην προκειμένη περίπτωση, δεν διαθέτω το αντίτιμο... Γιατί μεταξύ της "Καλημέρας" και της "Καληνύχτας" που τόλμησα να ζητήσω, παρεμβάλονται χρόνια ολόκληρα… Κι ο χρόνος, ούτως ή άλλως, δεν αγοράζεται… Ιδιαίτερα όταν ταυτίζεται με την έννοια "ευτυχία" ...

Σάββατο 19 Ιουλίου 2008

ΑΝΟΜΕΣ ΗΔΟΝΕΣ...

(Μερικά τετραγωνικά ο κόσμος μου τούτη τη νύχτα...)

Μαύρα σεντόνια, μαύρα ρούχα… Ένα αγαπημένο τραγούδι, αμέτρητα ξύλινα μολύβια… Το πρόσωπό μου, το κορμί μου... Κι ένας δρόμος, ο ίδιος κάθε φορά…

Ψάχνω στον ουρανό, στις λευκές διαχωριστικές γραμμές που καταπίνονται απ΄ την καυτή αδηφάγα άσφαλτο, ψάχνω στην απειλητική οροφή του δωματίου μου, στ΄ αυλάκια του βυνηλίου που πλημμυρίζουν από θύμησες…

Το ταξίδι στο άγνωστο προσκαλεί τις αισθήσεις μου να διεγερθούν… Ανατριχίλα, ταχυπαλμία, λαχάνιασμα, ιδρωμένες παλάμες, τρικυμισμένη θάλασσα. Τα ένστικτα υπαγορεύουν την κίνηση. Είναι όμορφα εδώ, μοιάζει με θάνατο... Αρνούμαι τη στιγμή αυτή να διακρίνω το σωστό από το λάθος… Παραμερίζω τη λογική μου κι αισθάνομαι ελεύθερη… Τώρα πια δεν υπάρχει επιστροφή... Είναι όμορφα εδώ…

Το λευκό, με μια διεστραμμένη ηδυπάθεια, εμφανίζεται αργά και πρόστυχα κάτω από το μαύρο. Με τα δάχτυλά μου πνίγω την αλήθεια και την ελεεινή μου πραγματικότητα. Αυτή τη στιγμή ακυρώνω ό,τι με συνέχει ως άνθρωπο με νου και παραδίδομαι αμαχητί στη συσκότιση της κρίσης μου. Σ΄ αυτήν την παραπλάνηση, σ΄ αυτό το παραμύθι, τώρα θα ειπωθούν τ΄ ανείπωτα…

Φωτιά... Τρέλα...

Στρόβιλος και βουητό και ζάλη και παραφορά. Μοιάζει ήχος απόκοσμος το όνομα εκείνο… Κρυμμένη ντροπή… Συνέχεια…

Πάθος, πόθος, νοσταλγία αφόρητη, λυγμοί. Ω τρέλα μου, ωραία και μοναδική ! Αναστεναγμέ μου, κοφτή ανάσα μου… Χάνονται τα σχήματα, τα νοήματα… Καταιγισμός αισθήσεων… Συγκλονίζομαι... Όλα γίνονται κραυγή. Ω τρέλα μου!

Και ο κόλαφος… Και το τέλος…

Η φθίνουσα πορεία μου διαγράφεται με τεθλασμένες γραμμές στον καθρέφτη, συνθλίβοντας τ΄ όνειρο… Τα μαύρα σεντόνια σκεπάζουν βιαστικά τη γύμνια. Ρυτιδωμένο πρόσωπο, ρυτιδωμένη ψυχή… Αποστροφή... Σωρός τ΄ αποτσίγαρα… Σ΄ ένα βρώμικο παιχνίδι κανείς δεν δικαιούται να οριοθετεί τα «πρέπει»… Δεν έχει νόημα…

Εσύ καταλαβαίνεις, έτσι δεν είναι; «Και ο παράφρονας και ο εραστής και ο ποιητής, από φαντασία είναι φτιαγμένοι» είπε ο Σαίξπηρ…

Εσύ ξέρεις, έτσι δεν είναι;


Τρίτη 15 Ιουλίου 2008

ΟΙ ΣΥΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ...

f (χ) = ...

Ως μαθήτρια, ουδέποτε συμπάθησα την άλγεβρα. Αντίθετα στην τριγωνομετρία – που υποτίθεται είναι ένα μάλλον δύσκολο κεφάλαιο των μαθηματικών του Λυκείου - υπήρξα πάντοτε άριστη. Παρ΄ όλα αυτά και στην άλγεβρα τα κατάφερνα πάρα πολύ καλά – δε βαθμολογήθηκα ποτέ με βαθμό κάτω του 18. Η διαφορά είναι ότι τώρα, πολλά χρόνια αργότερα, ό,τι διδάχθηκα στην τριγωνομετρία μοιάζει σαν να το διδάχθηκα χθες ακόμη, ενώ ό,τι διδάχθηκα στην άλγεβρα, σήμερα θα έπρεπε να ξεφυλλίσω τα βιβλία μου ξανά ώστε να τα θυμηθώ. Ένα από τα ξεχασμένα κεφάλαια της άλγεβρας, είναι οι συναρτήσεις. Πού νά ΄ξερα τότε την εφαρμογή που θα έβρισκε το συγκεκριμένο κεφάλαιο στη μετέπειτα ζωή μου…

Στην πορεία λοιπόν «διδάχθηκα» ότι τα πάντα βρίσκονται σε άμεση συνάρτηση απόλυτων τιμών: Π.χ. τι γνώσεις διαθέτεις; Και οι γνώσεις σου – που προφανώς βρίσκονται σε συνάρτηση με τις σπουδές σου – από πόσα πτυχία επιβεβαιώνονται; Όσο περισσότερα πτυχία διαθέτεις, τόσο το καλύτερο! Προσλαμβάνεσαι! Εμάς μας ενδιαφέρουν μονάχα τα πτυχία σου – η προσωπικότητά σου ουδόλως μας απασχολεί! Δε πα να μην έχεις ιδέα τού τι σημαίνει ευθύνη, ευσυνειδησία, εξυπνάδα, τσαμπουκάς, ρίσκο… Στα χαρτιά σου και μόνο δίνουμε έμφαση εμείς!

Και το κοινωνικό σου status σε τι επίπεδα βρίσκεται; Εάν τα επίπεδα είναι ικανοποιητικά – ω, ναι ! τότε κάνεις για φίλος μου. Τι σημασία έχει κι αν είσαι ένας αριβίστας του αισχίστου είδους! Ένας τυχάρπαστος μεγαλόσχημος μαλάκας! Τι σημασία έχει εντέλει κι αν δεν γνωρίζεις στο ελάχιστο τι σημαίνει «μοιράζομαι»…

Και, για να δω – προσεκτικά και διακριτικά - τα κλειδιά του αυτοκινήτου σου: Ουάου! Διαθέτεις Mercedes! Σίγουρα πηδάς ωραία εσύ! Και βεβαίως πληροίς όλες τις προϋποθέσεις για γκόμενός μου ή, γιατί όχι, και για σύζυγός μου – τι τύχη! Το αν είσαι αστοιχείωτος και εμετικός δεν με αφορά! Κι ακόμη λιγότερο με αφορά το αν έννοιες όπως αγάπη, αμοιβαία υποχώρηση, σεβασμός, κατανόηση, σού είναι παντελώς άγνωστες. Τα φράγκα αρκούν για την επίτευξη της απόλυτης ευτυχίας…

Και τι σωματικά προσόντα διαθέτεις; Για να δούμε: Ύψος, στήθος, μέση, περιφέρεια – αναλογίες τέλειες! Προσόντα τα οποία οπωσδήποτε θα πρέπει να βρίσκονται σε άμεση συνάρτηση με το νεαρό της ηλικίας σου! Μού κάνεις λοιπόν καλή μου! Ποιος νοιάζεται τώρα για τον «πλούσιο εσωτερικό σου κόσμο»! Να πηδήξω θέλω, όχι να κάνω φίλους! Για τα υπόλοιπα προσόντα σου, χέστηκαν άπαντες…

Κι εγώ, έπειτα από τόσα χρόνια που πέρασαν από τότε που καθόμουν στο χιλιομουτζουρωμένο θρανίο μου, σκέπτομαι ότι πρέπει ν΄ ανοίξω τα βιβλία των μαθηματικών ώστε να φρεσκάρω το κεφάλαιο «Συναρτήσεις»… Μπορεί να μην ήταν από τα αγαπημένα μου, αλλά να που είχε απόλυτο δίκιο ο καθηγητής μου όταν φώναζε «Η ζωή δεν είναι παρά μαθηματικά»... Τι ψυχολογία και φιλοσοφία και ποίηση και λογοτεχνία ! Αρχίδια! Στις συναρτήσεις έπρεπε να είχα δώσει έμφαση τότε. Ας με παρηγορεί τουλάχιστον το γεγονός ότι έμαθα πολύ καλή τριγωνομετρία. Κι έτσι, μπορώ σήμερα να αναλύσω το τρίγωνο «Εγώ, ο εαυτός μου, ο εχθρός μου»…