Από παιδί ακόμη, λαχταρούσα να βιώνω στο έπακρο κάθε δυνατό ανθρώπινο συναίσθημα, είτε αυτό ήταν ευχάριστο, είτε ήταν δυσάρεστο. Το τίμημα πολλές φορές υπήρξε πανάκριβο, ουδέποτε όμως μ΄ ένοιαξε …
Απ΄ όλα τα συναισθήματα, εκείνο που με συνέπαιρνε και λειτουργούσε ως καταλύτης στα της ανθρώπινης υπόστασής μου, ήταν εκείνο το θεσπέσιο συναίσθημα που γεννιέται στην ψυχή του ανθρώπου, όταν αυτός σαγηνεύεται από την ομορφιά ενός απόκοσμου μυστηρίου.
Θυμάμαι – ήμουν δεν ήμουν τότε 7-8 ετών – παρατηρούσα επί μέρες την ταράτσα του πλαϊνού σπιτιού. Εκεί υπήρχαν αφημένα, σαν από πάντα, λογής – λογής παλιά αντικείμενα. Με το παιδικό μυαλό μου φανταζόμουν ότι το δίχως άλλο ένα τρομερό μυστήριο κρυβόταν σ΄ εκείνον τον αφημένο σωρό. Ένα μυστήριο που έπρεπε πάση θυσία ν΄ ανακαλύψω. Ώσπου κάποια στιγμή αποφάσισα να πηδήξω από τη δική μου ταράτσα στην ταράτσα του πλαϊνού σπιτιού. Έθεσα σε άμεσο κίνδυνο τη ζωή μου διότι ανάμεσα στις δύο ταράτσες υπήρχε ένα μεγάλο κενό. Ήμουν παιδί …
Και μιαν άλλη φορά θέλησα να εξερευνήσω ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι με την ίδια κρυφή ελπίδα: Ν΄ ανακαλύψω το μυστήριο που πλανιόταν στα υγρά και σκοτεινά δωμάτιά του. Μέρες ολόκληρες σχεδίαζα την εξερεύνησή μου, ώσπου έφτασε κάποτε η ώρα να αποτολμήσω να «εισβάλλω» σ΄ εκείνο το ερειπωμένο σπίτι, αψηφώντας το φόβο που στην πραγματικότητα μού είχε «κόψει» τα γόνατα. Και μιας και δεν υπήρχε κάποιο διαθέσιμο μέσο να χρησιμοποιήσω ώστε να μπορέσω να δω στο σκοτάδι, «επιστράτευσα» τα κεριά της αγαπημένης μου γιαγιάς. Το αποτέλεσμα ήταν να ξεσπάσει φωτιά στο σπίτι. Ήμουν παιδί …
Κι άλλοτε πάλι, στεκόμουν ώρες ατέλειωτες στην άκρη μιας ανηφοριάς, βλέποντας με έκσταση τον ήλιο να δύει, πέρα μακριά … Η αχαλίνωτη φαντασία μου είχε πλάσει έναν κόσμο μαγικό που υπήρχε και δρούσε πέρα από το τέλος του δρόμου, ώσπου κάποια μέρα αποφάσισα να τον διασχίσω. Και χάθηκα. Ήμουν παιδί …
Και αργότερα όμως, ως άνθρωπος ενήλικας πλέον, έτσι ενεργούσα: Πρωταγωνιστικό – καθοριστικό ρόλο στη ζωή μου κατείχε πάντοτε το συναίσθημα και ο παρορμητισμός. Η λογική έπαιζε έναν ρόλο δευτερεύοντα. Και ασφαλώς, αυτή μου η «αδυναμία» είχε ως αποτέλεσμα και να δοκιμάσω μεγάλες συγκινήσεις αλλά και να υποστώ και καταστροφικές συνέπειες, εφόσον η λογική, τις περισσότερες φορές, ήταν παντελώς απούσα …
Παρ΄ όλα αυτά, η ενδόμυχη σκέψη να ενεργήσω κάποτε – κι επιτέλους – ενάντια στην παρορμητική φύση μου, με βασάνιζε: Έπρεπε να βιώσω εκείνο το συναίσθημα της μη – πλήρωσης. Έπρεπε να ανακαλύψω εάν θα είχα τη δύναμη, έστω και για μία φορά, να αντισταθώ στην πρόκληση, να προσπαθήσω να μη φτάσω στο «τέρμα της ανηφοριάς». Έπρεπε να ανακαλύψω πώς θα αισθανόμουν εάν θα άφηνα τη φαντασία και τα «θέλω» μου να με τυραννούν μέσα από μια αέναη αναζήτηση. Να καταφέρω να υπερβώ τα όρια και τις αντοχές μου. Έπρεπε να βιώσω το πάθος του ανεκπλήρωτου. Η παρόρμηση όμως πάντοτε έβρισκε τρόπο να μ΄ εμποδίσει να πραγματώσω αυτό το μαγικό ταξίδι …
Ώσπου κάποτε οι μοίρες μου, ως άλλοι ψευδάγγελοι, στάθηκαν υπέρ του δέοντος «γενναιόδωρες» απέναντί μου … Με πλάνεψαν και βρέθηκα εν μέσω μιας τερατογονίας να έρπω για το άπιαστο. Όχι έχοντας τη βεβαιότητα ότι θα μπορούσα, εάν θα το ήθελα, να φτάσω στο «τέρμα της ανηφοριάς» όπως τότε που ήμουν παιδί, αλλά έχοντας τη φοβερή συναίσθηση ότι όσο κι αν προσπαθήσω, ποτέ δε θα καταφέρω να φτάσω στο τέλος … Είχε έρθει για μένα η ώρα, αποκλειόμενης κάθε δυνατότητας επιλογής, να βιώσω ως ικέτης γονυπετής όχι απλώς το πάθος, αλλά την πεμπτουσία του πάθους, έτσι όπως ελάχιστοι άνθρωποι έχουν την τύχη – ή την ατυχία – να βιώνουν …
Όμως, το τυραννικό πάθος του ανεκπλήρωτου, μετουσιώθηκε γρήγορα σε ένα θαύμα … Κι ήταν σαν μια καταπόρφυρη οπτασία να γεννήθηκε στο λυκαυγές … Η ψηλαφητή σάρκα εξαϋλώθηκε μέσα από το κουρελιασμένο της σάβανο … Το προσωπικό «εγώ» εκμηδενίστηκε … Το ιδεατό έγινε υπαρκτό και το υπαρκτό ιδεατό … Το στοιχείο του ανέκκλητου που χαρακτηρίζει τον θάνατο, έγινε προσκύνημα στην αιωνιότητα … Και ρίγησα μπροστά στη συνειδητοποίηση της ασημαντότητας, ρίγησα μπροστά στην ασχημοσύνη του φθαρτού … Και λιποτάκτησα από τα ίδια μου τα όνειρα …
Μέσα από μια μυσταγωγία συντελέστηκε η γύμνια της ψυχής μου …
Από τότε βιώνω το πάθος του ανεκπλήρωτου με πλησμονή … Βιώνω την απόλυτη υπέρβαση … Τα όρια και οι αντοχές μου δοκιμάζονται κάθε λεπτό … Φυλλορροώ μα αντιστέκομαι … Ξεψυχάω, τα χείλη μου δυο γραμμές παράλληλες, μα ακόμα ανασαίνω … Κόλαση και Θεογονία μαζί. Ζω αυτό που πάντοτε ποθούσα στην πραγματικότητα να ζήσω, χωρίς να φοβάμαι, χωρίς να ντρέπομαι: Τον πόνο που επιφέρει το πάθος για το άπιαστο … Το δικό μου Πάθος …
«Σαδομαζοχιστικές τάσεις» θα σχολιάσει κάποιος … Μα δε θα ήταν παρά ένας διαστροφέας της αλήθειας … Της δικής μου αλήθειας … Γιατί, μέσα από αυτό το συναίσθημα του διακαούς πόθου, αισθάνομαι ταυτόχρονα και μια βαθιά πλήρωση. Περνώ τις ημέρες και τις νύχτες μου έχοντας την πλήρη συνείδηση ότι ποτέ δε θα λυτρωθώ απ΄ αυτό το συναίσθημα … Μα ταυτόχρονα γνωρίζω ότι είμαι από τους λίγους που ευνοήθηκαν να υπάρξει στη ζωή τους κάτι σπάνιο και άφθαρτο … Μοιάζει σα να βλέπει κάποιος τη Σελήνη από τη Γη … Ποιος είναι εκείνος που δε θά ΄θελε ν΄ απλώσει το χέρι και να την αγγίξει … Και ποιος είναι εκείνος που δε θα υποκλινόταν μπροστά στην αιώνια, στην αψεγάδιαστη ομορφιά της …
Απ΄ όλα τα συναισθήματα, εκείνο που με συνέπαιρνε και λειτουργούσε ως καταλύτης στα της ανθρώπινης υπόστασής μου, ήταν εκείνο το θεσπέσιο συναίσθημα που γεννιέται στην ψυχή του ανθρώπου, όταν αυτός σαγηνεύεται από την ομορφιά ενός απόκοσμου μυστηρίου.
Θυμάμαι – ήμουν δεν ήμουν τότε 7-8 ετών – παρατηρούσα επί μέρες την ταράτσα του πλαϊνού σπιτιού. Εκεί υπήρχαν αφημένα, σαν από πάντα, λογής – λογής παλιά αντικείμενα. Με το παιδικό μυαλό μου φανταζόμουν ότι το δίχως άλλο ένα τρομερό μυστήριο κρυβόταν σ΄ εκείνον τον αφημένο σωρό. Ένα μυστήριο που έπρεπε πάση θυσία ν΄ ανακαλύψω. Ώσπου κάποια στιγμή αποφάσισα να πηδήξω από τη δική μου ταράτσα στην ταράτσα του πλαϊνού σπιτιού. Έθεσα σε άμεσο κίνδυνο τη ζωή μου διότι ανάμεσα στις δύο ταράτσες υπήρχε ένα μεγάλο κενό. Ήμουν παιδί …
Και μιαν άλλη φορά θέλησα να εξερευνήσω ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι με την ίδια κρυφή ελπίδα: Ν΄ ανακαλύψω το μυστήριο που πλανιόταν στα υγρά και σκοτεινά δωμάτιά του. Μέρες ολόκληρες σχεδίαζα την εξερεύνησή μου, ώσπου έφτασε κάποτε η ώρα να αποτολμήσω να «εισβάλλω» σ΄ εκείνο το ερειπωμένο σπίτι, αψηφώντας το φόβο που στην πραγματικότητα μού είχε «κόψει» τα γόνατα. Και μιας και δεν υπήρχε κάποιο διαθέσιμο μέσο να χρησιμοποιήσω ώστε να μπορέσω να δω στο σκοτάδι, «επιστράτευσα» τα κεριά της αγαπημένης μου γιαγιάς. Το αποτέλεσμα ήταν να ξεσπάσει φωτιά στο σπίτι. Ήμουν παιδί …
Κι άλλοτε πάλι, στεκόμουν ώρες ατέλειωτες στην άκρη μιας ανηφοριάς, βλέποντας με έκσταση τον ήλιο να δύει, πέρα μακριά … Η αχαλίνωτη φαντασία μου είχε πλάσει έναν κόσμο μαγικό που υπήρχε και δρούσε πέρα από το τέλος του δρόμου, ώσπου κάποια μέρα αποφάσισα να τον διασχίσω. Και χάθηκα. Ήμουν παιδί …
Και αργότερα όμως, ως άνθρωπος ενήλικας πλέον, έτσι ενεργούσα: Πρωταγωνιστικό – καθοριστικό ρόλο στη ζωή μου κατείχε πάντοτε το συναίσθημα και ο παρορμητισμός. Η λογική έπαιζε έναν ρόλο δευτερεύοντα. Και ασφαλώς, αυτή μου η «αδυναμία» είχε ως αποτέλεσμα και να δοκιμάσω μεγάλες συγκινήσεις αλλά και να υποστώ και καταστροφικές συνέπειες, εφόσον η λογική, τις περισσότερες φορές, ήταν παντελώς απούσα …
Παρ΄ όλα αυτά, η ενδόμυχη σκέψη να ενεργήσω κάποτε – κι επιτέλους – ενάντια στην παρορμητική φύση μου, με βασάνιζε: Έπρεπε να βιώσω εκείνο το συναίσθημα της μη – πλήρωσης. Έπρεπε να ανακαλύψω εάν θα είχα τη δύναμη, έστω και για μία φορά, να αντισταθώ στην πρόκληση, να προσπαθήσω να μη φτάσω στο «τέρμα της ανηφοριάς». Έπρεπε να ανακαλύψω πώς θα αισθανόμουν εάν θα άφηνα τη φαντασία και τα «θέλω» μου να με τυραννούν μέσα από μια αέναη αναζήτηση. Να καταφέρω να υπερβώ τα όρια και τις αντοχές μου. Έπρεπε να βιώσω το πάθος του ανεκπλήρωτου. Η παρόρμηση όμως πάντοτε έβρισκε τρόπο να μ΄ εμποδίσει να πραγματώσω αυτό το μαγικό ταξίδι …
Ώσπου κάποτε οι μοίρες μου, ως άλλοι ψευδάγγελοι, στάθηκαν υπέρ του δέοντος «γενναιόδωρες» απέναντί μου … Με πλάνεψαν και βρέθηκα εν μέσω μιας τερατογονίας να έρπω για το άπιαστο. Όχι έχοντας τη βεβαιότητα ότι θα μπορούσα, εάν θα το ήθελα, να φτάσω στο «τέρμα της ανηφοριάς» όπως τότε που ήμουν παιδί, αλλά έχοντας τη φοβερή συναίσθηση ότι όσο κι αν προσπαθήσω, ποτέ δε θα καταφέρω να φτάσω στο τέλος … Είχε έρθει για μένα η ώρα, αποκλειόμενης κάθε δυνατότητας επιλογής, να βιώσω ως ικέτης γονυπετής όχι απλώς το πάθος, αλλά την πεμπτουσία του πάθους, έτσι όπως ελάχιστοι άνθρωποι έχουν την τύχη – ή την ατυχία – να βιώνουν …
Όμως, το τυραννικό πάθος του ανεκπλήρωτου, μετουσιώθηκε γρήγορα σε ένα θαύμα … Κι ήταν σαν μια καταπόρφυρη οπτασία να γεννήθηκε στο λυκαυγές … Η ψηλαφητή σάρκα εξαϋλώθηκε μέσα από το κουρελιασμένο της σάβανο … Το προσωπικό «εγώ» εκμηδενίστηκε … Το ιδεατό έγινε υπαρκτό και το υπαρκτό ιδεατό … Το στοιχείο του ανέκκλητου που χαρακτηρίζει τον θάνατο, έγινε προσκύνημα στην αιωνιότητα … Και ρίγησα μπροστά στη συνειδητοποίηση της ασημαντότητας, ρίγησα μπροστά στην ασχημοσύνη του φθαρτού … Και λιποτάκτησα από τα ίδια μου τα όνειρα …
Μέσα από μια μυσταγωγία συντελέστηκε η γύμνια της ψυχής μου …
Από τότε βιώνω το πάθος του ανεκπλήρωτου με πλησμονή … Βιώνω την απόλυτη υπέρβαση … Τα όρια και οι αντοχές μου δοκιμάζονται κάθε λεπτό … Φυλλορροώ μα αντιστέκομαι … Ξεψυχάω, τα χείλη μου δυο γραμμές παράλληλες, μα ακόμα ανασαίνω … Κόλαση και Θεογονία μαζί. Ζω αυτό που πάντοτε ποθούσα στην πραγματικότητα να ζήσω, χωρίς να φοβάμαι, χωρίς να ντρέπομαι: Τον πόνο που επιφέρει το πάθος για το άπιαστο … Το δικό μου Πάθος …
«Σαδομαζοχιστικές τάσεις» θα σχολιάσει κάποιος … Μα δε θα ήταν παρά ένας διαστροφέας της αλήθειας … Της δικής μου αλήθειας … Γιατί, μέσα από αυτό το συναίσθημα του διακαούς πόθου, αισθάνομαι ταυτόχρονα και μια βαθιά πλήρωση. Περνώ τις ημέρες και τις νύχτες μου έχοντας την πλήρη συνείδηση ότι ποτέ δε θα λυτρωθώ απ΄ αυτό το συναίσθημα … Μα ταυτόχρονα γνωρίζω ότι είμαι από τους λίγους που ευνοήθηκαν να υπάρξει στη ζωή τους κάτι σπάνιο και άφθαρτο … Μοιάζει σα να βλέπει κάποιος τη Σελήνη από τη Γη … Ποιος είναι εκείνος που δε θά ΄θελε ν΄ απλώσει το χέρι και να την αγγίξει … Και ποιος είναι εκείνος που δε θα υποκλινόταν μπροστά στην αιώνια, στην αψεγάδιαστη ομορφιά της …