Υπήρξε κάποτε ένας άνθρωπος, περαστικός από τη ζωή μου, ο οποίος κέντρισε και αιχμαλώτισε το ενδιαφέρον μου από την πρώτη κιόλας συνάντηση. Η πολυπλοκότητα του χαρακτήρα του με συνάρπασε και πυροδότησε την απόφασή μου να μπω στην περιπέτεια να ανακαλύψω τις πιο κρυφές πτυχές του χαρακτήρα του. Μα παρ΄ όλες τις επίπονες προσπάθειες που κατέβαλα, δεν τα κατάφερα, τουλάχιστον όχι στο βαθμό που θα επιθυμούσα. Εκείνος ο άνθρωπος πάντοτε έβρισκε τρόπους – ηθελημένα και αθέλητα – διαρκώς να με εκπλήσσει, άλλοτε ευχάριστα και άλλοτε πολύ δυσάρεστα…
Έπειτα από αρκετές συναντήσεις που είχαμε οι δυο μας σε «ουδέτερο έδαφος», με προσκάλεσε επιτέλους στο σπίτι του. Ένα κύμα κρυμμένης χαράς με πλημμύρισε καθώς σκεπτόμουν ότι θα είχα έτσι την ευκαιρία να εισβάλω στον κόσμο εκείνου του μυστηριώδους ανθρώπου, μιας και ένα σπίτι, λίγο έως πολύ, αφήνει να διαφανούν αρκετά στοιχεία για την προσωπικότητα του ιδιοκτήτη…
Προς μεγάλη μου απογοήτευση όμως, το σπίτι ήταν απλά το μεγάλο, συνηθισμένο διαμέρισμα ενός πολυάσχολου άνδρα που ζει μόνος: Σε πρώτο πλάνο ένα τεράστιο γραφείο με τοποθετημένο επάνω του έναν Η/Υ, χαρτιά αφημένα παντού, άλλοι υπολογιστές λίγο πιο πέρα. Ακόμη και τα αμέτρητα βιβλία του είχαν διάφορο περιεχόμενο, γεγονός το οποίο δεν άφηνε σε καμία περίπτωση να φανούν έστω οι αναγνωστικές προτιμήσεις του. Αβίαστα θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι ο ιδιοκτήτης είχε φροντίσει να εξαφανίσει προσεκτικότατα κάθε δυνατό ίχνος που θα πρόδιδε, έστω και σε κάποιο βαθμό, το ποιος στην πραγματικότητα ήταν… Έπρεπε όμως πάση θυσία να βρω έναν τρόπο ώστε να μπορέσω να «ανακαλύψω» εκείνον τον άνθρωπο. Και τον βρήκα…
Ως καλός οικοδεσπότης και άριστος γνώστης των κανόνων καλής συμπεριφοράς, θέλησε να με ξεναγήσει στο διαμέρισμά του. Κι όταν πια η μικρή μου ξενάγηση έλαβε τέλος, δε μπόρεσα ν΄ αντισταθώ στον πειρασμό: Ρισκάροντας να αμφισβητηθεί το αν έχω «σώας τας φρένας» , ζήτησα να δω … το πατάρι ! Δεν έχω δει πιο έκπληκτα από την απορία μάτια από τα δικά του ! Κι αυτή του η αντίδραση ήταν βεβαίως απολύτως δικαιολογημένη, αφού δε συνηθίζεται να ζητά κάποιος να δει το πατάρι ενός σπιτιού και μάλιστα στην πρώτη επίσκεψη ! «Πρώτη φορά μού ζητούν κάτι τέτοιο ! » είπε γελώντας. Παρ΄ όλα αυτά όμως, προθυμοποιήθηκε αμέσως να μού επιτρέψει την «είσοδο» σ΄ εκείνον τον τόσο προσωπικό χώρο. Αυτή του η προθυμία με έβαλε σε φοβερές υποψίες, αλλά ταυτόχρονα σκέφθηκα ότι δεν ήταν και η πρώτη φορά που η συμπεριφορά αυτού του ανθρώπου τουλάχιστον με ξένιζε… «Ορίστε ! » μού είπε κατεβάζοντας τη σκάλα, ενώ ένα χαμόγελο εξακολουθούσε να φωτίζει το πρόσωπό του. Προς στιγμήν μού φάνηκε ότι πίσω από εκείνο το χαμόγελο διέκρινα μια δόση ειρωνείας…
Πάντοτε με μαγνήτιζαν οι χώροι όπου θα μπορούσαν να υπάρχουν αφημένα παλιά αντικείμενα, όπως πατάρια, σοφίτες, υπόγεια… Χώροι συνήθως βουτηγμένοι στη σκόνη και στη μοναξιά… Το θαμπό φως και η γλυκιά μυρωδιά του ξύλου που αναδύεται μέσα από μπαούλα ξέχειλα από αναμνήσεις και εφτασφράγιστα μυστικά, μοιάζει να με προσκαλούν σιωπηλά σ΄ ένα μαγικό οδοιπορικό… Και κάθε φορά που μπροστά μου ανοίγεται μια τέτοια πόρτα, αισθάνομαι ως λαθραίος ταξιδευτής έτοιμος να οικειοποιηθεί έστω και για λίγο το δυσδιάκριτο παρελθόν του ιδιοκτήτη. Αισθάνομαι να μετεωρίζομαι στα απομεινάρια του δικού του «τότε»…
Το πατάρι όμως εκείνο δεν έμοιαζε με κανένα άλλο… Για άλλη μια φορά αυτός ο άνθρωπος είχε καταφέρει το λιγότερο να με αιφνιδιάσει...
Έμεινα στήλη άλατος καθώς είδα ότι στο πατάρι δεν υπήρχε απολύτως τίποτε αφημένο, εκτός από δεκάδες … μαριονέτες ! Αυτό ξεπερνούσε κάθε προσδοκία μου ! Ο παρ΄ ολίγον φίλος μου, ο οποίος ποτέ δε μού είχε μιλήσει σχετικά, βλέποντάς με τουλάχιστον να σαστίζω, μού είπε απλά: «Είναι το χόμπι μου» ! Τα χίλια ερωτήματα που αυτοστιγμεί γεννήθηκαν στο μυαλό μου, ζητούσαν άμεσα χίλιες απαντήσεις: Πόσο δύσκολο είναι άραγε να ενσαρκώνει κανείς έναν χαρακτήρα ; Πόσο δύσκολο είναι να μιμείται κινήσεις, να μιμείται φωνές ; Και, κυρίως, πόσο δύσκολο είναι να μιμείται συναισθήματα… Δεν είχα όμως την υπομονή να περιμένω για τις απαντήσεις. Έστρεψα βιαστικά το κεφάλι και άφησα το αδηφάγο βλέμμα μου να περιπλανηθεί στο χώρο…
Ένας ολόκληρος παραμυθένιος κόσμος χωρούσε σ΄ εκείνο το πατάρι. Η κάθε μια από τις μαριονέτες – πραγματικά αριστουργήματα – είχε μιαν αλλόκοτη ζωντάνια στην έκφραση που με μάγεψε… Ένα συναίσθημα λύπης με διαπέρασε φευγαλέα καθώς σκέφθηκα ότι όλες αυτές οι μαριονέτες που βρέθηκαν αναπάντεχα μπροστά μου, περίμεναν στωικά το χέρι του ιδιοκτήτη τους για να κινήσει τα νήματα…
Το τοπίο άρχισε να θολαίνει …
Αισθάνθηκα ξαφνικά ότι η φυσική μου θέση σ΄ εκείνο το σπίτι δεν ήταν στους αναπαυτικούς καναπέδες ν΄ απολαμβάνω τη συζήτηση με τον οικοδεσπότη που – εκτός των άλλων – ήταν κι ένας σπουδαίος συνομιλητής. Συνειδητοποίησα με τρόμο ότι προοριζόμουν για μία θέση δίπλα στις υποταγμένες μαριονέτες. Και για πολλοστή φορά το ένστικτό μου δε με είχε ξεγελάσει - έτσι ήταν...
Ευτυχώς, η σκάλα βρισκόταν ακόμη εκεί… Γιατί, όπως αποδείχθηκε αργότερα, ο παρ΄ ολίγον φίλος μου ήταν ένας αριστοτέχνης του είδους…
Έπειτα από αρκετές συναντήσεις που είχαμε οι δυο μας σε «ουδέτερο έδαφος», με προσκάλεσε επιτέλους στο σπίτι του. Ένα κύμα κρυμμένης χαράς με πλημμύρισε καθώς σκεπτόμουν ότι θα είχα έτσι την ευκαιρία να εισβάλω στον κόσμο εκείνου του μυστηριώδους ανθρώπου, μιας και ένα σπίτι, λίγο έως πολύ, αφήνει να διαφανούν αρκετά στοιχεία για την προσωπικότητα του ιδιοκτήτη…
Προς μεγάλη μου απογοήτευση όμως, το σπίτι ήταν απλά το μεγάλο, συνηθισμένο διαμέρισμα ενός πολυάσχολου άνδρα που ζει μόνος: Σε πρώτο πλάνο ένα τεράστιο γραφείο με τοποθετημένο επάνω του έναν Η/Υ, χαρτιά αφημένα παντού, άλλοι υπολογιστές λίγο πιο πέρα. Ακόμη και τα αμέτρητα βιβλία του είχαν διάφορο περιεχόμενο, γεγονός το οποίο δεν άφηνε σε καμία περίπτωση να φανούν έστω οι αναγνωστικές προτιμήσεις του. Αβίαστα θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι ο ιδιοκτήτης είχε φροντίσει να εξαφανίσει προσεκτικότατα κάθε δυνατό ίχνος που θα πρόδιδε, έστω και σε κάποιο βαθμό, το ποιος στην πραγματικότητα ήταν… Έπρεπε όμως πάση θυσία να βρω έναν τρόπο ώστε να μπορέσω να «ανακαλύψω» εκείνον τον άνθρωπο. Και τον βρήκα…
Ως καλός οικοδεσπότης και άριστος γνώστης των κανόνων καλής συμπεριφοράς, θέλησε να με ξεναγήσει στο διαμέρισμά του. Κι όταν πια η μικρή μου ξενάγηση έλαβε τέλος, δε μπόρεσα ν΄ αντισταθώ στον πειρασμό: Ρισκάροντας να αμφισβητηθεί το αν έχω «σώας τας φρένας» , ζήτησα να δω … το πατάρι ! Δεν έχω δει πιο έκπληκτα από την απορία μάτια από τα δικά του ! Κι αυτή του η αντίδραση ήταν βεβαίως απολύτως δικαιολογημένη, αφού δε συνηθίζεται να ζητά κάποιος να δει το πατάρι ενός σπιτιού και μάλιστα στην πρώτη επίσκεψη ! «Πρώτη φορά μού ζητούν κάτι τέτοιο ! » είπε γελώντας. Παρ΄ όλα αυτά όμως, προθυμοποιήθηκε αμέσως να μού επιτρέψει την «είσοδο» σ΄ εκείνον τον τόσο προσωπικό χώρο. Αυτή του η προθυμία με έβαλε σε φοβερές υποψίες, αλλά ταυτόχρονα σκέφθηκα ότι δεν ήταν και η πρώτη φορά που η συμπεριφορά αυτού του ανθρώπου τουλάχιστον με ξένιζε… «Ορίστε ! » μού είπε κατεβάζοντας τη σκάλα, ενώ ένα χαμόγελο εξακολουθούσε να φωτίζει το πρόσωπό του. Προς στιγμήν μού φάνηκε ότι πίσω από εκείνο το χαμόγελο διέκρινα μια δόση ειρωνείας…
Πάντοτε με μαγνήτιζαν οι χώροι όπου θα μπορούσαν να υπάρχουν αφημένα παλιά αντικείμενα, όπως πατάρια, σοφίτες, υπόγεια… Χώροι συνήθως βουτηγμένοι στη σκόνη και στη μοναξιά… Το θαμπό φως και η γλυκιά μυρωδιά του ξύλου που αναδύεται μέσα από μπαούλα ξέχειλα από αναμνήσεις και εφτασφράγιστα μυστικά, μοιάζει να με προσκαλούν σιωπηλά σ΄ ένα μαγικό οδοιπορικό… Και κάθε φορά που μπροστά μου ανοίγεται μια τέτοια πόρτα, αισθάνομαι ως λαθραίος ταξιδευτής έτοιμος να οικειοποιηθεί έστω και για λίγο το δυσδιάκριτο παρελθόν του ιδιοκτήτη. Αισθάνομαι να μετεωρίζομαι στα απομεινάρια του δικού του «τότε»…
Το πατάρι όμως εκείνο δεν έμοιαζε με κανένα άλλο… Για άλλη μια φορά αυτός ο άνθρωπος είχε καταφέρει το λιγότερο να με αιφνιδιάσει...
Έμεινα στήλη άλατος καθώς είδα ότι στο πατάρι δεν υπήρχε απολύτως τίποτε αφημένο, εκτός από δεκάδες … μαριονέτες ! Αυτό ξεπερνούσε κάθε προσδοκία μου ! Ο παρ΄ ολίγον φίλος μου, ο οποίος ποτέ δε μού είχε μιλήσει σχετικά, βλέποντάς με τουλάχιστον να σαστίζω, μού είπε απλά: «Είναι το χόμπι μου» ! Τα χίλια ερωτήματα που αυτοστιγμεί γεννήθηκαν στο μυαλό μου, ζητούσαν άμεσα χίλιες απαντήσεις: Πόσο δύσκολο είναι άραγε να ενσαρκώνει κανείς έναν χαρακτήρα ; Πόσο δύσκολο είναι να μιμείται κινήσεις, να μιμείται φωνές ; Και, κυρίως, πόσο δύσκολο είναι να μιμείται συναισθήματα… Δεν είχα όμως την υπομονή να περιμένω για τις απαντήσεις. Έστρεψα βιαστικά το κεφάλι και άφησα το αδηφάγο βλέμμα μου να περιπλανηθεί στο χώρο…
Ένας ολόκληρος παραμυθένιος κόσμος χωρούσε σ΄ εκείνο το πατάρι. Η κάθε μια από τις μαριονέτες – πραγματικά αριστουργήματα – είχε μιαν αλλόκοτη ζωντάνια στην έκφραση που με μάγεψε… Ένα συναίσθημα λύπης με διαπέρασε φευγαλέα καθώς σκέφθηκα ότι όλες αυτές οι μαριονέτες που βρέθηκαν αναπάντεχα μπροστά μου, περίμεναν στωικά το χέρι του ιδιοκτήτη τους για να κινήσει τα νήματα…
Το τοπίο άρχισε να θολαίνει …
Αισθάνθηκα ξαφνικά ότι η φυσική μου θέση σ΄ εκείνο το σπίτι δεν ήταν στους αναπαυτικούς καναπέδες ν΄ απολαμβάνω τη συζήτηση με τον οικοδεσπότη που – εκτός των άλλων – ήταν κι ένας σπουδαίος συνομιλητής. Συνειδητοποίησα με τρόμο ότι προοριζόμουν για μία θέση δίπλα στις υποταγμένες μαριονέτες. Και για πολλοστή φορά το ένστικτό μου δε με είχε ξεγελάσει - έτσι ήταν...
Ευτυχώς, η σκάλα βρισκόταν ακόμη εκεί… Γιατί, όπως αποδείχθηκε αργότερα, ο παρ΄ ολίγον φίλος μου ήταν ένας αριστοτέχνης του είδους…