( «Η αγάπη φυσικώς έχει το μη αιδείσθαι και λαθείν το μέτρον αυτής»... )
Κάποτε, ένας άνδρας έτοιμος να κατακτήσει τον κόσμο και μια γυναίκα στο κατώφλι μιας πρόωρης ωριμότητας, συναντήθηκαν τυχαία στο πάρκο μιας πολυάνθρωπης, γκρίζας πόλης.
Ήταν ένα μεγάλο πάρκο, εντελώς αφρόντιστο, που τη νύχτα μετατρεπόταν σε καθαρτήριο ψυχών για όλους εκείνους που κάποτε επέλεξαν - ή αναγκάστηκαν να επιλέξουν - να ζουν στο περιθώριο… Τα δέντρα έμοιαζαν άρρωστα και τα λιγοστά χορταριασμένα λουλούδια που ήταν πνιγμένα στα σκουπίδια, μάταια προσπαθούσαν να ελευθερώσουν τα χρώματα και τις μυρωδιές τους. Και μόνο τα πρωινά το πάρκο χρησίμευε ως πέρασμα για όλους εκείνους που, καθώς βιάζονταν να φθάσουν στον προορισμό τους, έβρισκαν βολικό το βρώμικο πάρκο για να κάνουν τη διαδρομή τους λίγο πιο σύντομη.
Έτσι κι εκείνη την ημέρα, ο άνδρας διέσχιζε βιαστικά το θλιβερό πάρκο, κρατώντας στο αριστερό χέρι του έναν μαύρο χαρτοφύλακα κι έχοντας κρεμασμένο στον ώμο τον φορητό του υπολογιστή, που ποτέ δεν αποχωριζόταν. Στο δεξί χέρι κρατούσε μια σοκολάτα, έτοιμος να αισθανθεί την υπέρτατη ηδονή που προσφέρει μια σοκολάτα όταν λιώνει σε φιλήδονα χείλη…
Εκείνη, ατημέλητη όπως πάντα, ήταν φορτωμένη με ένα σωρό παρτιτούρες που καταμαρτυρούσαν το πάθος της για τη μουσική. Δεν κρατούσε τσάντα όπως οι περισσότερες γυναίκες. Τα λεφτά και τα τρία-τέσσερα πακέτα τσιγάρα, βρίσκονταν αδιάφορα αφημένα σε κάθε της τσέπη. Παρ΄ όλα αυτά, μπορούσε να κρατάει σχεδόν ευλαβικά, ένα μπουκετάκι από λευκές μαργαρίτες...
Μέσα στη βιασύνη και των δύο, η «σύγκρουση» ήταν αναμενόμενη. Πόσο συνηθισμένος τρόπος αλήθεια για να συναντηθούν δυο άνθρωποι από το πουθενά…
Με μιας οι παρτιτούρες βρέθηκαν στο χώμα. Η ατμόσφαιρα πλημμύρισε στη στιγμή από χίλιες – δυο άυλες μελωδίες… Ραχμάνινοφ, Μότσαρτ, Μπετόβεν, βρέθηκαν να αιωρούνται νωχελικά σε μιαν αβάσταχτη δυσαρμονία με το ακατέργαστο σκηνικό του βρώμικου πάρκου…
«Συγγνώμη» ψέλλισε εκείνος σαστισμένα. Κι αμέσως έσπευσε σπασμωδικά να βοηθήσει την κατάσταση. Η γυναίκα δε μίλησε. «Τι αδέξιος Θεέ μου !» σκέφθηκε, ενώ προσπαθούσε αγωνιωδώς να μαζέψει τις πολύτιμες παρτιτούρες της, που κείτονταν πεταμένες εδώ και ΄κει. Κι όταν πια ήταν σίγουρη ότι καμιά παρτιτούρα δε θα βρισκόταν κάποτε εγκαταλελειμμένη σ΄ εκείνο το πανάθλιο πάρκο, έκανε να φύγει λέγοντας απλά «ευχαριστώ». Μα εκείνος τη σταμάτησε - το τρίτο μέρος από τη «Σονάτα υπό το Σεληνόφως» βρισκόταν μοιραία στα χέρια του. «Με λένε Νίκο», της είπε. «Τι πρωτότυπο όνομα !» είπε μέσα της εκείνη χαμογελώντας κρυφά. Οι εκλεπτυσμένοι τρόποι της όμως δεν της επέτρεψαν να φανεί αγενής. ΄Αλλωστε, και το δικό της όνομα δεν ήταν ασυνήθιστο. «Και μένα με λένε ΄Αννα», συστήθηκε αυθόρμητα.
«Τι θα μπορούσα να κάνω για να επανορθώσω ;» ρώτησε ο τώρα πια «Νίκος», δήθεν συνεσταλμένα.
«Κι άλλη πρωτότυπη ατάκα ! Τώρα θα αιφνιδιάσω αυτόν τον επίδοξο επιβήτορα !», σκέφθηκε σχεδόν φωναχτά εκείνη.
Κάποτε, ένας άνδρας έτοιμος να κατακτήσει τον κόσμο και μια γυναίκα στο κατώφλι μιας πρόωρης ωριμότητας, συναντήθηκαν τυχαία στο πάρκο μιας πολυάνθρωπης, γκρίζας πόλης.
Ήταν ένα μεγάλο πάρκο, εντελώς αφρόντιστο, που τη νύχτα μετατρεπόταν σε καθαρτήριο ψυχών για όλους εκείνους που κάποτε επέλεξαν - ή αναγκάστηκαν να επιλέξουν - να ζουν στο περιθώριο… Τα δέντρα έμοιαζαν άρρωστα και τα λιγοστά χορταριασμένα λουλούδια που ήταν πνιγμένα στα σκουπίδια, μάταια προσπαθούσαν να ελευθερώσουν τα χρώματα και τις μυρωδιές τους. Και μόνο τα πρωινά το πάρκο χρησίμευε ως πέρασμα για όλους εκείνους που, καθώς βιάζονταν να φθάσουν στον προορισμό τους, έβρισκαν βολικό το βρώμικο πάρκο για να κάνουν τη διαδρομή τους λίγο πιο σύντομη.
Έτσι κι εκείνη την ημέρα, ο άνδρας διέσχιζε βιαστικά το θλιβερό πάρκο, κρατώντας στο αριστερό χέρι του έναν μαύρο χαρτοφύλακα κι έχοντας κρεμασμένο στον ώμο τον φορητό του υπολογιστή, που ποτέ δεν αποχωριζόταν. Στο δεξί χέρι κρατούσε μια σοκολάτα, έτοιμος να αισθανθεί την υπέρτατη ηδονή που προσφέρει μια σοκολάτα όταν λιώνει σε φιλήδονα χείλη…
Εκείνη, ατημέλητη όπως πάντα, ήταν φορτωμένη με ένα σωρό παρτιτούρες που καταμαρτυρούσαν το πάθος της για τη μουσική. Δεν κρατούσε τσάντα όπως οι περισσότερες γυναίκες. Τα λεφτά και τα τρία-τέσσερα πακέτα τσιγάρα, βρίσκονταν αδιάφορα αφημένα σε κάθε της τσέπη. Παρ΄ όλα αυτά, μπορούσε να κρατάει σχεδόν ευλαβικά, ένα μπουκετάκι από λευκές μαργαρίτες...
Μέσα στη βιασύνη και των δύο, η «σύγκρουση» ήταν αναμενόμενη. Πόσο συνηθισμένος τρόπος αλήθεια για να συναντηθούν δυο άνθρωποι από το πουθενά…
Με μιας οι παρτιτούρες βρέθηκαν στο χώμα. Η ατμόσφαιρα πλημμύρισε στη στιγμή από χίλιες – δυο άυλες μελωδίες… Ραχμάνινοφ, Μότσαρτ, Μπετόβεν, βρέθηκαν να αιωρούνται νωχελικά σε μιαν αβάσταχτη δυσαρμονία με το ακατέργαστο σκηνικό του βρώμικου πάρκου…
«Συγγνώμη» ψέλλισε εκείνος σαστισμένα. Κι αμέσως έσπευσε σπασμωδικά να βοηθήσει την κατάσταση. Η γυναίκα δε μίλησε. «Τι αδέξιος Θεέ μου !» σκέφθηκε, ενώ προσπαθούσε αγωνιωδώς να μαζέψει τις πολύτιμες παρτιτούρες της, που κείτονταν πεταμένες εδώ και ΄κει. Κι όταν πια ήταν σίγουρη ότι καμιά παρτιτούρα δε θα βρισκόταν κάποτε εγκαταλελειμμένη σ΄ εκείνο το πανάθλιο πάρκο, έκανε να φύγει λέγοντας απλά «ευχαριστώ». Μα εκείνος τη σταμάτησε - το τρίτο μέρος από τη «Σονάτα υπό το Σεληνόφως» βρισκόταν μοιραία στα χέρια του. «Με λένε Νίκο», της είπε. «Τι πρωτότυπο όνομα !» είπε μέσα της εκείνη χαμογελώντας κρυφά. Οι εκλεπτυσμένοι τρόποι της όμως δεν της επέτρεψαν να φανεί αγενής. ΄Αλλωστε, και το δικό της όνομα δεν ήταν ασυνήθιστο. «Και μένα με λένε ΄Αννα», συστήθηκε αυθόρμητα.
«Τι θα μπορούσα να κάνω για να επανορθώσω ;» ρώτησε ο τώρα πια «Νίκος», δήθεν συνεσταλμένα.
«Κι άλλη πρωτότυπη ατάκα ! Τώρα θα αιφνιδιάσω αυτόν τον επίδοξο επιβήτορα !», σκέφθηκε σχεδόν φωναχτά εκείνη.
«Ένας περίπατος στη θάλασσα, θα αρκούσε» είπε γελώντας ειρωνικά η ΄Αννα, έχοντας τη βεβαιότητα ότι αυτός ο άγνωστος «Νίκος» θα έβρισκε την ιδέα μάλλον «ανεδαφική» και θα συνέχιζε έτσι την αρχική πορεία του. Φάνηκε όμως πως ήταν η σειρά της πραγματικά να αιφνιδιαστεί : Ο «Νίκος» προθυμοποιήθηκε αμέσως να εκτελέσει την επιθυμία της μ΄ ένα πλατύ χαμόγελο, λες και επρόκειτο για το φυσιολογικότερο πράγμα στον κόσμο εκείνη τη στιγμή ν΄ αφήσουν κι οι δυο τις δουλειές τους και να τρέχουν στις παραλίες ! «Άλλο κι αυτό πάλι !», σκέφθηκε με καχυποψία. Η ανεξέλεγκτη όμως ροπή της προς ο,τιδήποτε εμπεριείχε μυστήριο ή - όπως συνήθιζε ανόητα να λέει - «μαγεία», προέτρεψε για πολλοστή φορά την ΄Αννα να μην αντισταθεί στην πρόκληση. Και τον ακολούθησε…
Καθισμένοι στην ακροθαλασσιά, μιλούσαν ο ένας στον άλλον μ΄ έναν περίεργο, αφύσικο αυθορμητισμό, που δε χαρακτηρίζει ακόμη και τους ανθρώπους εκείνους που έχουν μοιραστεί μεταξύ τους μιαν ολόκληρη ζωή... Και εάν κάποιος τρίτος θα ήταν σε θέση να παρακολουθεί από μακριά εκείνη τη συζήτηση να εκτυλίσσεται, εύκολα θα διεπίστωνε ότι εκείνοι οι δύο άγνωστοι μεταξύ τους άνθρωποι, προσπαθούσαν, προσεκτικά και μεθοδευμένα, να ενσταλάξουν ο ένας στον άλλον συναισθήματα, με μιαν εξαιρετική ευθυβολία… Αυτό όμως που σε καμία περίπτωση δε θα μπορούσε να διαφανεί, ήταν το ποιος από εκείνους τους δύο ανθρώπους έλεγε την αλήθεια και ποιος όχι ...
Έμειναν εκεί ώρες… Σιγά–σιγά, οι φωνές άρχισαν να ραγίζουν. Και μέσα στον παροξυσμό των συναισθημάτων, άρχισε η φωτιά να στάζει στο αίμα…
«Βγάλε τα γυαλιά σου», της είπε. «Κοντεύει να νυχτώσει»…
Κι εκείνος είδε επιτέλους τα μάτια της… Είδε ποια ήταν στην πραγματικότητα η ΄Αννα... Κι όπως ξαφνικά ήρθε, έτσι ξαφνικά κι έφυγε. Κι όλα παραγράφηκαν, σαν μία περιττή παρένθεση σ΄ ένα αδιάφορο κείμενο…
Οι λευκές μαργαρίτες έμειναν να μαραίνονται στα χέρια της ΄Αννας... Μόλις που είχαν προλάβει να γευθούν λίγη από την «υπέρτατη ηδονή που προσφέρει μια σοκολάτα όταν λιώνει σε φιλήδονα χείλη»…
Ποτέ ξανά η ΄Αννα δεν πέρασε από εκείνο το θλιβερό πάρκο… Ποτέ τα πρωινά. Αποφάσισε να το διασχίζει μονάχα τις νύχτες… Σε μιαν αρμονική συνύπαρξη με τους Ραχμάνινοφ, Μότσαρτ, Μπετόβεν… Τον υπόκοσμο και τα ναυάγια… Τουλάχιστον, όλοι αυτοί δε θα είχαν κανέναν λόγο να την παραπλανήσουν ώστε να βγάλει κάποτε σε πλειστηριασμό τα συναισθήματά της…