Άρπαξε βιαστικά το κείμενο και κατευθύνθηκε με ασυγκράτητο θυμό προς τη σκηνή. Οι πρωταγωνιστές σαστισμένοι, προσπαθούσαν να καταλάβουν τι ήταν αυτό που τόσο τον είχε εξοργίσει ώστε ν΄ ανεβεί εκεί πάνω, διακόπτοντας την πρόβα.
«Το έργο δεν είναι πορνογράφημα!» φώναξε τόσο δυνατά, που η φωνή του αντήχησε και έσεισε το τεράστιο θέατρο. «Στραφείτε επιτέλους στον εσωτερικό κόσμο των χαρακτήρων, μην τους κατακρεουργείτε!».
Μα τι έλεγε! Είχαν προηγηθεί αμέτρητες, εξαντλητικές πρόβες!
«Σας λείπει το συναίσθημα να πάρει ο διάβολος!».
Ο σκηνοθέτης ήταν έξαλλος. Μα παρ΄ όλο τον τρομερό εκνευρισμό του, έδινε οδηγίες με μιαν εκπληκτική ακρίβεια. Οι πρωταγωνιστές τον άκουγαν εμβρόντητοι. Επρόκειτο για δύο πραγματικά εξαίρετους ηθοποιούς και κανείς δεν θα μπορούσε να αμφισβητήσει το σπάνιο ταλέντο τους. Συνεπώς, γνώριζαν πολύ καλά να ανταποκρίνονται άψογα στους ρόλους τους. ΄Αλλωστε και ο ίδιος ο σκηνοθέτης έδειχνε απόλυτα ικανοποιημένος στις πρόβες που είχαν προηγηθεί.
«Παίζετε τόσο επιφανειακά…» τους είπε. Αυτή τη φορά όμως η φωνή του ακούστηκε εξουθενωμένη, απελπισμένη. Όλοι όσοι βρίσκονταν στο θέατρο εκείνη τη στιγμή, αιφνιδιάστηκαν από αυτήν την τόσο υπερβολική όσο και απροσδόκητη, αλλόκοτη αντίδρασή του…
«Είστε ψεύτικοι» έλεγε και ξανάλεγε. «Ποτέ δεν θα καταφέρετε ν΄ αποδώσετε αληθινά τους χαρακτήρες που υποδύεστε»… Άφησε τα χαρτιά του να σκορπιστούν στο σανίδι. Στο θέατρο επικρατούσε τώρα μια σιωπή αμηχανίας και μόνο το κουρασμένο βήμα του ακουγόταν καθώς χανόταν στο βάθος της σκηνής, μέσα στο μισοσκόταδο.
Μπήκε στο πρώτο καμαρίνι που βρέθηκε μπροστά του. Κάθισε στην καρέκλα αποκαμωμένος κι έμεινε έτσι για κάμποση ώρα, όταν κάποια στιγμή σήκωσε αργά το βλέμμα και κοίταξε το πρόσωπό του στον φωτισμένο καθρέφτη.
«Το έργο δεν είναι πορνογράφημα!» φώναξε τόσο δυνατά, που η φωνή του αντήχησε και έσεισε το τεράστιο θέατρο. «Στραφείτε επιτέλους στον εσωτερικό κόσμο των χαρακτήρων, μην τους κατακρεουργείτε!».
Μα τι έλεγε! Είχαν προηγηθεί αμέτρητες, εξαντλητικές πρόβες!
«Σας λείπει το συναίσθημα να πάρει ο διάβολος!».
Ο σκηνοθέτης ήταν έξαλλος. Μα παρ΄ όλο τον τρομερό εκνευρισμό του, έδινε οδηγίες με μιαν εκπληκτική ακρίβεια. Οι πρωταγωνιστές τον άκουγαν εμβρόντητοι. Επρόκειτο για δύο πραγματικά εξαίρετους ηθοποιούς και κανείς δεν θα μπορούσε να αμφισβητήσει το σπάνιο ταλέντο τους. Συνεπώς, γνώριζαν πολύ καλά να ανταποκρίνονται άψογα στους ρόλους τους. ΄Αλλωστε και ο ίδιος ο σκηνοθέτης έδειχνε απόλυτα ικανοποιημένος στις πρόβες που είχαν προηγηθεί.
«Παίζετε τόσο επιφανειακά…» τους είπε. Αυτή τη φορά όμως η φωνή του ακούστηκε εξουθενωμένη, απελπισμένη. Όλοι όσοι βρίσκονταν στο θέατρο εκείνη τη στιγμή, αιφνιδιάστηκαν από αυτήν την τόσο υπερβολική όσο και απροσδόκητη, αλλόκοτη αντίδρασή του…
«Είστε ψεύτικοι» έλεγε και ξανάλεγε. «Ποτέ δεν θα καταφέρετε ν΄ αποδώσετε αληθινά τους χαρακτήρες που υποδύεστε»… Άφησε τα χαρτιά του να σκορπιστούν στο σανίδι. Στο θέατρο επικρατούσε τώρα μια σιωπή αμηχανίας και μόνο το κουρασμένο βήμα του ακουγόταν καθώς χανόταν στο βάθος της σκηνής, μέσα στο μισοσκόταδο.
Μπήκε στο πρώτο καμαρίνι που βρέθηκε μπροστά του. Κάθισε στην καρέκλα αποκαμωμένος κι έμεινε έτσι για κάμποση ώρα, όταν κάποια στιγμή σήκωσε αργά το βλέμμα και κοίταξε το πρόσωπό του στον φωτισμένο καθρέφτη.
«Γιατί …» μονολογούσε. «Γιατί με πρόδωσαν… Γιατί μετέτρεψαν αυτό το θαυμάσιο έργο σε παρωδία…».
Σκέπασε με τα χέρια το πρόσωπό του και ξέσπασε σε λυγμούς, όντας διαλυμένος από τον αβάσταχτο πόνο που του είχε προκαλέσει η βαθιά απογοήτευση. Και εάν κάποιος που τον γνώριζε τον έβλεπε σ΄ αυτήν την τραγική κατάσταση τώρα, το δίχως άλλο θα πίστευε ότι αυτή η πληθωρική προσωπικότητα, αυτός ο τόσο δυναμικός άνθρωπος, αυτός ο καταξιωμένος καλλιτέχνης, είχε σίγουρα παραφρονήσει…
Κανένας δεν τόλμησε να χτυπήσει την πόρτα του, μέχρι που νύχτωσε.
«Θα μείνετε;» τον ρώτησε κάποιος από τους φροντιστές.
«Ναι» απάντησε εκείνος, φαινομενικά αδιάφορος.
Την επόμενη μέρα ο σκηνοθέτης δεν εμφανίσθηκε στο θέατρο για την προγραμματισμένη πρόβα. Ούτε τη μεθεπόμενη. Οι μέρες περνούσαν, ο παραγωγός ωρυόταν μπροστά στην επικείμενη καταστροφή, όλα ανατρέπονταν. Είχαν επενδυθεί πολλά χρήματα σ΄ αυτό το έργο κι έπρεπε πάση θυσία ν΄ ανεβεί, έστω και χωρίς εκείνον. Στο κάτω – κάτω, ουδείς αναντικατάστατος - κάποιος άλλος φιλόδοξος σκηνοθέτης προσλήφθηκε για να ολοκληρώσει τις πρόβες και η πρεμιέρα, όπως ήταν αναμενόμενο, στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία.
Το έργο παίχθηκε για αρκετές σεζόν σ΄ εκείνο το θέατρο, όπως και σε κάποια από τα μεγαλύτερα θέατρα του κόσμου. Οι πρωταγωνιστές απέκτησαν τεράστια αναγνωρισιμότητα και εκτός συνόρων και πολύ σύντομα έγιναν το αντικείμενο λατρείας για αμέτρητους θαυμαστές, παγκοσμίως.
Όσο για εκείνον τον αυτο-εκθρονισμένο σκηνοθέτη, πληροφορίες που ποτέ δεν επιβεβαιώθηκαν τον ήθελαν άλλοτε να έχει ταξιδέψει σε άγνωστους, μακρινούς προορισμούς κι άλλοτε να ζει περιθωριακά, κυκλοφορώντας ρακένδυτος και αποκτηνωμένος στις κακόφημες συνοικίες της πόλης. Σιγά – σιγά η ανάμνησή του ξεθώριασε. Κι αν πού και πού γινόταν αναφορά στο πρόσωπό του σε συζητήσεις κοσμικών ή διανοουμενίστικων κύκλων, κανένας δεν χρησιμοποιούσε το κάποτε διάσημο όνομά του : Το επίθετο «τρελός» ήταν αρκετό ώστε να προσδιορίζεται επ΄ ακριβώς η ταυτότητά του…