Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2008

ΦΑΝΤΑΣΙΑ, ΣΕ ΛΑ ΕΛΑΣΣΟΝΑ ...

Έβρεχε καταρρακτωδώς και το κρύο ήταν αβάσταχτο. Η μέρα έμοιαζε με νύχτα εξαιτίας της άνευ προηγουμένου κακοκαιρίας.

Ο χαιρετισμός τους, από τυπικός έως και ψυχρός. Οι λέξεις μετρημένες, το ίδιο και τα βλέμματα. Η κοινή πορεία των δύο αυτών ανθρώπων στο σχετικά πρόσφατο παρελθόν, υπήρξε πολύ σύντομη και μάλλον αδιάφορη. Το μόνο που ίσως γνώριζαν με σιγουριά ο ένας για τον άλλον, ήταν πως επρόκειτο για ανθρώπους που, προκειμένου να ικανοποιήσουν τις όποιες επιθυμίες τους, ήταν σε θέση να καταργήσουν κάθε είδους όριο...

Την άφησε στο ξενοδοχείο της, αφού προηγουμένως όρισαν την ώρα της βραδινής τους συνάντησης. Καθ΄ όλη τη διάρκεια της διαδρομής από το ξενοδοχείο προς το σπίτι του, οδηγώντας μ΄ έναν τρομερό εκνευρισμό, εκείνος σκεπτόταν τι στο καλό ήθελε αυτή η γυναίκα και τον αναστάτωνε κάθε τόσο. Δεν την ήθελε στη ζωή του! Ποτέ δεν υπήρξε ουσιαστικά στη ζωή του και ποτέ δεν επρόκειτο να την αφήσει να εισχωρήσει σ΄ αυτήν, με καμία απολύτως ιδιότητα! Τότε, γιατί δέχθηκε να τη συναντήσει; Να πάρει ο διάολος, ένοιωθε ηττημένος! Αλλά όχι! Σήμερα ήταν η καταλληλότερη ευκαιρία για να της καταστήσει σαφείς τις προθέσεις του επιτέλους! Και μάλιστα όχι με λόγια, αλλά με τη συμπεριφορά του – αυτό μάλλον θα ήταν πιο αποτελεσματικό! Άρα, είχε ακόμη το «πάνω χέρι»!

Εκείνη, άφησε κυριολεκτικά τα πράγματά της να πέσουν στο δάπεδο του δωματίου. Ο φόβος την είχε παγώσει. Αυτό ήταν: Είχε μετανιώσει για την απόφασή της να κάνει αυτό το ταξίδι. Όμως, κατάφερε γρήγορα να τιθασεύσει αυτά τα ταπεινά συναισθήματα που προς στιγμή την κυρίευσαν και που κάθε άλλο παρά τη χαρακτήριζαν. Ούτως ή άλλως, ήταν πολύ εγωίστρια για να παραδεχθεί ότι όντως είχε κάνει λάθος…

Τον προσκάλεσε για φαγητό στο ξενοδοχείο. Εκείνος δεν έδειξε καθόλου ευχαριστημένος, γιατί είχε ήδη σχεδιάσει μια σύντομη έξοδο ώστε να την ξεφορτωθεί όπως – όπως, κι αυτή τόλμησε να του χαλάσει τα σχέδια! Παρ΄ όλα αυτά δέχθηκε την πρόσκληση, αφήνοντας όμως ξεκάθαρα να φανεί η δυσαρέσκειά του.

Κατά τη διάρκεια του δείπνου, η συζήτηση περιστράφηκε γύρω από θέματα ανούσια και αδιάφορα. Οι δυο τους μιλούσαν βαριεστημένα, σχεδόν βεβιασμένα. Η ώρα πέρασε και ήρθε η η αμηχανία να πάρει τη θέση της στο κατά τ΄ άλλα υπέροχα στρωμένο τραπέζι. Τι έπρεπε να κάνουν τώρα; Ήθελαν να πουν ο ένας στον άλλον «καληνύχτα», μα αυτή η «καληνύχτα» δεν ειπώθηκε ποτέ. Αντίθετα, εκείνος πρότεινε να συνεχίσουν κάπου αλλού για ένα ποτό, ενώ μέσα του είχε μετανιώσει ακριβώς την ίδια στιγμή που το πρότεινε. Εκείνη, που ίσως για πρώτη φορά στη ζωή της αισθανόταν εξαιρετικά άβολα μέσα στο αγαπημένο μαύρο φόρεμά της, έγνεψε καταφατικά χωρίς δεύτερη σκέψη.

Τα ποτήρια γέμιζαν, ξανά και ξανά. Το αλκοόλ, εκείνες τις γεμάτες σιωπή και ένταση στιγμές, ήταν η επικίνδυνη διέξοδος στα όσα μυστικά διαδραματίζονταν…

Είχε πάει σχεδόν τρεις και μισή. Εξακολουθούσε να βρέχει καταρρακτωδώς. Η φύση είχε μοιραία αναλάβει να σκηνοθετήσει το έργο εκείνη τη νύχτα…

Άφησαν τα βλέμματά τους να διασταυρωθούν, μονάχα για μια στιγμή. Κι ήταν αυτή η στιγμή αρκετή για να αισθανθούν ότι είχε έρθει η ώρα η δική τους… Δεν είπαν τίποτα. Απλά έφυγαν…

Εκείνος έμοιαζε να βρίσκεται σε πλήρη σύγχυση. Οδηγούσε γρήγορα, νευρικά. Τα φώτα του μπαρ όλο και ξεμάκραιναν πίσω τους. Η βροχή καθιστούσε την ορατότητα σχεδόν αδύνατη. Δεν ήξεραν πού πήγαιναν, δεν τους ενδιέφερε. ΄Απλωσε το χέρι της και άγγιξε το δικό του. Εκείνος δεν αντέδρασε, συνέχισε να οδηγεί ολοένα και με μεγαλύτερη ταχύτητα. Όλα τριγύρω έχασαν σταδιακά το σχήμα τους, έγιναν θολά, ακαθόριστα. Οι ήχοι φυλακίστηκαν στο κενό και μόνο η εκκωφαντική μουσική είχε γίνει ένα με το λαχάνιασμά τους. ΄Ιλιγγος. Άφησε το χέρι της να περιπλανηθεί στο κορμί του, με ένα χάδι τρυφερό στην αρχή, διεκδικητικό μετά, πρόστυχο, αρρωστημένο, απελπισμένο… Και μόνο μια σκέψη βούιζε στο κεφάλι της ξανά και ξανά «όλα ή τίποτα, όλα ή τίποτα…». Εκείνος δεν την εμπόδισε, μόνο πάτησε κι άλλο το γκάζι, μέσα σ΄ ένα πυκνό σκοτάδι…

-------------------------------

Προσπαθώ μάταια να θυμηθώ ποιος είπε ότι ο έρωτας είναι το χειρότερο από τα ανθρώπινα πάθη, γιατί υποδουλώνει ταυτόχρονα και τον νου, και την καρδιά, και το σώμα... Μάταια όμως...