Χρόνια τώρα, νοσταλγούσα να βρεθώ ξανά στην παλιά μου γειτονιά, εκείνη που έζησα από τα οκτώ έως τα δεκαεννιά μου χρόνια περίπου. Νοσταλγούσα να δω το παλιό μου σπίτι, ν΄ αγγίξω τους χιλιομπαλωμένους τοίχους του, ν΄ αγγίξω τα ξεθωριασμένα πράσινα παραθυρόφυλλά του, την ξεχαρβαλωμένη ξύλινη πόρτα του… Να καθίσω στα πέτρινα σκαλοπάτια της εισόδου και να κάνω ένα τσιγάρο, αφήνοντας τους μακρινούς ήχους, τις ανεπαίσθητες μυρωδιές και τα θολά χρώματα, να με ταξιδέψουν στο τότε… Πάντοτε όμως έβρισκα χίλιους-δυο λόγους για να αναβάλλω αυτήν την «επιστροφή». Ίσως και να μ΄ εμπόδιζε ένα αδιόρατο συναίσθημα φόβου, ότι οι αναμνήσεις μόνο πόνο θα προκαλέσουν…
Μα κάποιο γκρίζο φθινοπωριάτικο μεσημέρι, σαν το σημερινό, η παρορμητική φύση μου που πάντοτε προσπαθεί να υπερνικήσει τον φόβο, με οδήγησε σ΄ εκείνη τη γειτονιά. Έτσι, απλά. Χωρίς κανέναν ιδιαίτερο λόγο, χωρίς καμία ιδιαίτερη αφορμή…
Φθάνοντας, ένοιωσα το χέρι κάποιου αόρατου τιμωρού να πέφτει βαρύ στο πρόσωπό μου, τιμωρώντας με έτσι για την εγκληματική αναβλητικότητά μου: Το σπίτι μου είχε γκρεμιστεί, σε μιαν επιτυχημένη προσπάθεια κάποιων να εκφυλίσουν τα πάντα… Το σπιτάκι μου, με την αυλίτσα και τα ισόγεια παράθυρα, δεν υπήρχε πια… Στη θέση του τώρα έχασκε μια αδιάφορη πολυκατοικία… Όταν έμαθα ότι αυτό συνέβη σχετικά πρόσφατα, αισθάνθηκα σα να πρόδωσα κάποιον ή κάτι… Αισθάνθηκα πως ήμουν ένας επίορκος…
Περπατούσα αργά, μουδιασμένα, ακούγοντας τα βήματά μου ν΄ αντηχούν στην άσφαλτο όλο και πιο δυνατά, όλο και πιο δυνατά… Κι άκουσα τότε μια πόρτα να κλείνει με πάταγο ενώ ταυτόχρονα μια άλλη ν΄ ανοίγει διάπλατα… Βρέθηκα στο χθες, που με βοηθάει να αντέχω το σήμερα…
Πόσα καλοκαίρια…
Στην ατμόσφαιρα πλανιέται η γλυκιά μυρωδιά από εκείνα τα λουλουδάκια – πώς τα λέγανε να δεις … Ναι ! «Δειλινά» τα έλεγαν, γιατί τα ανθάκια τους – κόκκινα, μωβ, ροζ, λευκά, κίτρινα ανθάκια – άνοιγαν μόνο σαν ερχόταν το λιόγερμα. Και το παιχνίδισμα της φωτιάς που καίει για τη γιορτή του Αϊ Γιαννιού, προκαλεί τα παιδιά να συναγωνιστούν τις αστείες φιγούρες τους που διαγράφονται στους τοίχους των χαμηλών σπιτιών. Να και το μπλε μου ποδήλατο, αφημένο άτσαλα στην άκρη του πεζοδρομίου (κάποτε μού άρεσαν και άλλα χρώματα εκτός από το μαύρο…). Πόσα θελήματα χρειάστηκε να κάνω, πόσες οικονομίες, δραχμούλα – δραχμούλα, για ν΄ αποκτήσω επιτέλους εκείνο το μπλε ποδήλατο…
Να και ο Δ. που κάθεται κοντά-κοντά με την Α. στο πεζοδρόμιο, δίπλα από το ποδήλατό μου (μα πώς τολμούν να κάθονται δίπλα από το ποδήλατό μου ! ). Οι φωτιές έσβησαν, η νύχτα έπεσε και ο πατέρας του καλύτερού μου φίλου, όπως κάθε βράδυ, παίζει φυσαρμόνικα, καθισμένος στο μικρό του μπαλκονάκι με το γαλάζιο περίτεχνο κάγκελο. Όλοι εκείνη τη νύχτα αποκοιμήθηκαν έχοντας για προσκέφαλο κι από ένα γλυκό μυστικό… Μα εγώ ξαγρυπνώ… Τα πρώτα κρυφά δάκρυά μου μούσκεψαν το μαξιλάρι μου, γιατί εκείνο το βράδυ ο Δ. και η Α. «τα έφτιαξαν». Πού νά ΄ξερα τότε πόσο πολύ πονάει στην πραγματικότητα «η πιο ευγενική εκδήλωση της ανθρώπινης ψυχής», αυτό που εμείς, ως ενήλικες, τολμάμε να αποκαλούμε «αγάπη»…
Αλλά μια καινούργια μέρα ξημέρωσε ! Και οι «προδομένες αγάπες» αμέσως ξεχάστηκαν – μια βουτιά στη θάλασσα, ένα δροσερό παγωτό χωνάκι εάν τα οικονομικά το επιτρέψουν, κρυφτό, κυνηγητό και πολύ μπάλα και … Ωπ ! Πάει ο πόνος ! Εξαφανίστηκε ως δια μαγείας, όπως ακριβώς συμβαίνει στα παραμύθια …
Μα και πόσοι χειμώνες… Πόση παγωνιά…
Πέρασε ο καιρός και το παιδί δε χωρούσε πια σε κανένα παραμύθι… Η πρώτη πραγματική απογοήτευση και ο πόνος που μοιραία τη συνοδεύει, ήρθαν και μάλιστα τραγικά νωρίς… Και μετά από εκείνην την πρώτη πραγματική απογοήτευση, κι άλλος «έρωτας», κι άλλος, κι άλλος, κι άλλος… Σε μιαν απελπισμένη προσπάθεια να ανακαλυφθεί επιτέλους αυτό που οι ενήλικες ονόμαζαν από τότε «αγάπη». Κι έτσι το παιδί πέρασε πρόωρα σε μιαν οδυνηρή εφηβεία κι αυτό είχε ως συνέπεια να «χαρακτηρισθεί» για την «απρεπή» συμπεριφορά του. Κι από την εφηβεία πέρασε στην περιθωριοποίηση… Ώσπου κάποτε, εκείνο το μεγάλο παιδί, φορώντας το μαύρο «πέτσινο» παντελόνι του και το μαύρο «πέτσινο» μπουφάν του που στο πίσω μέρος είχε ραμμένο το σήμα της Honda, στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη μιας παλιάς ντουλάπας. Τράβηξε με δύναμη το φύλλο της ντουλάπας και ο καθρέφτης έγινε κομμάτια σε μια σφοδρή σύγκρουση με το δεξί γόνατο. Τέλος ! Η οιμωγή πλέον μετατράπηκε σ΄ έναν τρελό θυμό, για όλους εκείνους τους «καθώς πρέπει» κυρίους και κυρίες που προσπαθούσαν, ως άλλοι ιεροεξεταστές, να επιβάλουν στο παιδί που μεγάλωσε μιαν ελαττωματική ταυτότητα…
Έφυγαν τα χρόνια…
Και νά ΄μαι τώρα εδώ, να σκιαμαχώ στη μέση του δρόμου …
Κάποιος μού φωνάζει «Άκρη !». Μα πόσο μαλάκας μπορεί να είναι ένας άνθρωπος επιτέλους ! Δεν ξέρει ο ανόητος ότι κάνω στην άκρη μονάχα όταν ΕΓΩ το θέλω ; Αυτό το κέρδισα με το σπαθί μου ! Aδιάσειστη μαρτυρία, το σημάδι στο δεξί μου γόνατο…
Μα κάποιο γκρίζο φθινοπωριάτικο μεσημέρι, σαν το σημερινό, η παρορμητική φύση μου που πάντοτε προσπαθεί να υπερνικήσει τον φόβο, με οδήγησε σ΄ εκείνη τη γειτονιά. Έτσι, απλά. Χωρίς κανέναν ιδιαίτερο λόγο, χωρίς καμία ιδιαίτερη αφορμή…
Φθάνοντας, ένοιωσα το χέρι κάποιου αόρατου τιμωρού να πέφτει βαρύ στο πρόσωπό μου, τιμωρώντας με έτσι για την εγκληματική αναβλητικότητά μου: Το σπίτι μου είχε γκρεμιστεί, σε μιαν επιτυχημένη προσπάθεια κάποιων να εκφυλίσουν τα πάντα… Το σπιτάκι μου, με την αυλίτσα και τα ισόγεια παράθυρα, δεν υπήρχε πια… Στη θέση του τώρα έχασκε μια αδιάφορη πολυκατοικία… Όταν έμαθα ότι αυτό συνέβη σχετικά πρόσφατα, αισθάνθηκα σα να πρόδωσα κάποιον ή κάτι… Αισθάνθηκα πως ήμουν ένας επίορκος…
Περπατούσα αργά, μουδιασμένα, ακούγοντας τα βήματά μου ν΄ αντηχούν στην άσφαλτο όλο και πιο δυνατά, όλο και πιο δυνατά… Κι άκουσα τότε μια πόρτα να κλείνει με πάταγο ενώ ταυτόχρονα μια άλλη ν΄ ανοίγει διάπλατα… Βρέθηκα στο χθες, που με βοηθάει να αντέχω το σήμερα…
Πόσα καλοκαίρια…
Στην ατμόσφαιρα πλανιέται η γλυκιά μυρωδιά από εκείνα τα λουλουδάκια – πώς τα λέγανε να δεις … Ναι ! «Δειλινά» τα έλεγαν, γιατί τα ανθάκια τους – κόκκινα, μωβ, ροζ, λευκά, κίτρινα ανθάκια – άνοιγαν μόνο σαν ερχόταν το λιόγερμα. Και το παιχνίδισμα της φωτιάς που καίει για τη γιορτή του Αϊ Γιαννιού, προκαλεί τα παιδιά να συναγωνιστούν τις αστείες φιγούρες τους που διαγράφονται στους τοίχους των χαμηλών σπιτιών. Να και το μπλε μου ποδήλατο, αφημένο άτσαλα στην άκρη του πεζοδρομίου (κάποτε μού άρεσαν και άλλα χρώματα εκτός από το μαύρο…). Πόσα θελήματα χρειάστηκε να κάνω, πόσες οικονομίες, δραχμούλα – δραχμούλα, για ν΄ αποκτήσω επιτέλους εκείνο το μπλε ποδήλατο…
Να και ο Δ. που κάθεται κοντά-κοντά με την Α. στο πεζοδρόμιο, δίπλα από το ποδήλατό μου (μα πώς τολμούν να κάθονται δίπλα από το ποδήλατό μου ! ). Οι φωτιές έσβησαν, η νύχτα έπεσε και ο πατέρας του καλύτερού μου φίλου, όπως κάθε βράδυ, παίζει φυσαρμόνικα, καθισμένος στο μικρό του μπαλκονάκι με το γαλάζιο περίτεχνο κάγκελο. Όλοι εκείνη τη νύχτα αποκοιμήθηκαν έχοντας για προσκέφαλο κι από ένα γλυκό μυστικό… Μα εγώ ξαγρυπνώ… Τα πρώτα κρυφά δάκρυά μου μούσκεψαν το μαξιλάρι μου, γιατί εκείνο το βράδυ ο Δ. και η Α. «τα έφτιαξαν». Πού νά ΄ξερα τότε πόσο πολύ πονάει στην πραγματικότητα «η πιο ευγενική εκδήλωση της ανθρώπινης ψυχής», αυτό που εμείς, ως ενήλικες, τολμάμε να αποκαλούμε «αγάπη»…
Αλλά μια καινούργια μέρα ξημέρωσε ! Και οι «προδομένες αγάπες» αμέσως ξεχάστηκαν – μια βουτιά στη θάλασσα, ένα δροσερό παγωτό χωνάκι εάν τα οικονομικά το επιτρέψουν, κρυφτό, κυνηγητό και πολύ μπάλα και … Ωπ ! Πάει ο πόνος ! Εξαφανίστηκε ως δια μαγείας, όπως ακριβώς συμβαίνει στα παραμύθια …
Μα και πόσοι χειμώνες… Πόση παγωνιά…
Πέρασε ο καιρός και το παιδί δε χωρούσε πια σε κανένα παραμύθι… Η πρώτη πραγματική απογοήτευση και ο πόνος που μοιραία τη συνοδεύει, ήρθαν και μάλιστα τραγικά νωρίς… Και μετά από εκείνην την πρώτη πραγματική απογοήτευση, κι άλλος «έρωτας», κι άλλος, κι άλλος, κι άλλος… Σε μιαν απελπισμένη προσπάθεια να ανακαλυφθεί επιτέλους αυτό που οι ενήλικες ονόμαζαν από τότε «αγάπη». Κι έτσι το παιδί πέρασε πρόωρα σε μιαν οδυνηρή εφηβεία κι αυτό είχε ως συνέπεια να «χαρακτηρισθεί» για την «απρεπή» συμπεριφορά του. Κι από την εφηβεία πέρασε στην περιθωριοποίηση… Ώσπου κάποτε, εκείνο το μεγάλο παιδί, φορώντας το μαύρο «πέτσινο» παντελόνι του και το μαύρο «πέτσινο» μπουφάν του που στο πίσω μέρος είχε ραμμένο το σήμα της Honda, στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη μιας παλιάς ντουλάπας. Τράβηξε με δύναμη το φύλλο της ντουλάπας και ο καθρέφτης έγινε κομμάτια σε μια σφοδρή σύγκρουση με το δεξί γόνατο. Τέλος ! Η οιμωγή πλέον μετατράπηκε σ΄ έναν τρελό θυμό, για όλους εκείνους τους «καθώς πρέπει» κυρίους και κυρίες που προσπαθούσαν, ως άλλοι ιεροεξεταστές, να επιβάλουν στο παιδί που μεγάλωσε μιαν ελαττωματική ταυτότητα…
Έφυγαν τα χρόνια…
Και νά ΄μαι τώρα εδώ, να σκιαμαχώ στη μέση του δρόμου …
Κάποιος μού φωνάζει «Άκρη !». Μα πόσο μαλάκας μπορεί να είναι ένας άνθρωπος επιτέλους ! Δεν ξέρει ο ανόητος ότι κάνω στην άκρη μονάχα όταν ΕΓΩ το θέλω ; Αυτό το κέρδισα με το σπαθί μου ! Aδιάσειστη μαρτυρία, το σημάδι στο δεξί μου γόνατο…