("Θέλω να φιλήσω τα σημάδια σου...
Εκείνα στα χέρια σου...
Κι εκείνα της ψυχής σου...")
«Γεια σου» της είπε.
Η φωνή του αντήχησε στ΄ αυτιά της ξαφνιάζοντάς την. Ακαριαία σκέφτηκε πως δεν είναι δυνατόν ο άνθρωπος εκείνος να βρίσκεται εκεί. Μάλλον η ατμόσφαιρα σ΄ εκείνο το γεμάτο από θλιβερές αναμνήσεις μπαρ, τα ποτά, η μοναξιά και η οδύνη για όσα ήθελε και δεν θα μπορούσε ποτέ να έχει, ίσως ακόμη και το «Abracadabra» του Steve Miller, να την είχαν οδηγήσει σ΄ αυτήν την παράκρουση. Ίσως και η διάθεση της συνείδησης για μια άνευ όρων παράδοση στις ψευδαισθήσεις, ίσως ακόμη και η μονομανία, η απόλυτη προσήλωση σε μια νοσηρή κατάσταση...
Η κίνησή της να στρέψει το βλέμμα της και να τον κοιτάξει ήταν καθαρά ανακλαστική, αφού στον νου και στην ψυχή της είχαν γίνει αυτόματα όλες εκείνες οι εσωτερικές διεργασίες, ώστε σε κλάσματα δευτερολέπτου να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι λάθος άκουσε. Όμως δεν ήταν έτσι - αυτός ο άνθρωπος στεκόταν μπροστά της, πιο αληθινός κι απ΄ τον αγέρα και την αλμύρα της αγριεμένης θάλασσας, που απλωνόταν προκλητικά όμορφη λίγο πιο πέρα…
Εκείνος κοντοστάθηκε για λίγο, διαπερνώντας την με ένα κυριολεκτικά εξεταστικό, σχεδόν προσβλητικό βλέμμα. Φαινόταν αιφνιδιασμένος: Όχι, αυτή δεν ήταν η γυναίκα που είχε γνωρίσει πριν από καιρό. Εκείνη που τότε είχε βρεθεί τυχαία στο δρόμο του δεν ήταν βέβαια μια γυναίκα στην πρώτη της νιότη, δεν ήταν όμορφη, ήταν απλά συμπαθητική, μα, όπως και νά ΄χε, η γυναίκα που στεκόταν τώρα μπροστά του δεν είχε καμία σχέση μ΄ εκείνη του τότε. Αυτή εδώ ήταν ταλαιπωρημένη, κουρασμένη, στο πρόσωπό της είχαν αρχίσει να διαγράφονται οι πρώτες ρυτίδες. Και τα χέρια της ήταν χέρια μιας μάλλον μεγάλης γυναίκας. Το όλο παρουσιαστικό της μαρτυρούσε μια τέλεια αυτοεγκατάλειψη.
«Μα είναι δυνατόν;» αναρωτήθηκε μέσα του. Πώς άλλαξε έτσι αυτή η γυναίκα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα; Όχι, δεν είναι δυνατόν, έκανα λάθος…».
«Συγνώμη, λάθος» της είπε και απομακρύνθηκε περνώντας απαλά το χέρι στη μέση της κοπέλας που συνόδευε. Ήταν μια πολύ όμορφη νεαρή γυναίκα κι εκείνος έδειχνε πολύ ερωτευμένος μαζί της.
Η άλλη δεν είπε τίποτα. Άναψε ένα τσιγάρο κι έφυγε βιαστικά από το μπαρ με το κεφάλι σκυφτό. Έμοιαζε νά ΄θελε απεγνωσμένα να κρυφτεί, ώστε να μην εκτίθεται στο απαξιωτικό βλέμμα κανενός…
Ο νεαρός άντρας οδήγησε ευγενικά την κοπέλα του σ΄ ένα τραπεζάκι στο βάθος, εξακολουθώντας να την κρατά τρυφερά από τη μέση. Με φωνή γεμάτη λαγνεία τη ρώτησε τι θα πάρει, της έδωσε το πιο γλυκό φιλί του στο ημίφως κι αφέθηκε ξέγνοιαστος να βυθιστεί στη ζάλη του έρωτα και της ευτυχίας του. Ξαφνικά, τη στιγμή ακριβώς που έφερνε το ποτήρι στα χείλη του, συνειδητοποίησε ότι στο χέρι της γυναίκας που πριν από λίγο είχε συναντήσει στη μπάρα, υπήρχαν κάποιες χαρακτηριστικές ουλές. Θα ορκιζόταν ότι τις ίδιες ουλές είχε κι η γυναίκα που πριν από καιρό συνέβη να γνωρίσει.
«Σύμπτωση» σκέφτηκε και ήπιε ανέμελα μια γερή γουλιά βότκας. Ευτυχώς, μια γερή δόση βότκας, έχει κατά περιπτώσεις τη μαγική ιδιότητα να εξαφανίζει ανώδυνα όλων των ειδών τα σημάδια. Ακόμη και τα σημάδια της ψυχής… Κι εκείνα της συνείδησης...
Η φωνή του αντήχησε στ΄ αυτιά της ξαφνιάζοντάς την. Ακαριαία σκέφτηκε πως δεν είναι δυνατόν ο άνθρωπος εκείνος να βρίσκεται εκεί. Μάλλον η ατμόσφαιρα σ΄ εκείνο το γεμάτο από θλιβερές αναμνήσεις μπαρ, τα ποτά, η μοναξιά και η οδύνη για όσα ήθελε και δεν θα μπορούσε ποτέ να έχει, ίσως ακόμη και το «Abracadabra» του Steve Miller, να την είχαν οδηγήσει σ΄ αυτήν την παράκρουση. Ίσως και η διάθεση της συνείδησης για μια άνευ όρων παράδοση στις ψευδαισθήσεις, ίσως ακόμη και η μονομανία, η απόλυτη προσήλωση σε μια νοσηρή κατάσταση...
Η κίνησή της να στρέψει το βλέμμα της και να τον κοιτάξει ήταν καθαρά ανακλαστική, αφού στον νου και στην ψυχή της είχαν γίνει αυτόματα όλες εκείνες οι εσωτερικές διεργασίες, ώστε σε κλάσματα δευτερολέπτου να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι λάθος άκουσε. Όμως δεν ήταν έτσι - αυτός ο άνθρωπος στεκόταν μπροστά της, πιο αληθινός κι απ΄ τον αγέρα και την αλμύρα της αγριεμένης θάλασσας, που απλωνόταν προκλητικά όμορφη λίγο πιο πέρα…
Εκείνος κοντοστάθηκε για λίγο, διαπερνώντας την με ένα κυριολεκτικά εξεταστικό, σχεδόν προσβλητικό βλέμμα. Φαινόταν αιφνιδιασμένος: Όχι, αυτή δεν ήταν η γυναίκα που είχε γνωρίσει πριν από καιρό. Εκείνη που τότε είχε βρεθεί τυχαία στο δρόμο του δεν ήταν βέβαια μια γυναίκα στην πρώτη της νιότη, δεν ήταν όμορφη, ήταν απλά συμπαθητική, μα, όπως και νά ΄χε, η γυναίκα που στεκόταν τώρα μπροστά του δεν είχε καμία σχέση μ΄ εκείνη του τότε. Αυτή εδώ ήταν ταλαιπωρημένη, κουρασμένη, στο πρόσωπό της είχαν αρχίσει να διαγράφονται οι πρώτες ρυτίδες. Και τα χέρια της ήταν χέρια μιας μάλλον μεγάλης γυναίκας. Το όλο παρουσιαστικό της μαρτυρούσε μια τέλεια αυτοεγκατάλειψη.
«Μα είναι δυνατόν;» αναρωτήθηκε μέσα του. Πώς άλλαξε έτσι αυτή η γυναίκα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα; Όχι, δεν είναι δυνατόν, έκανα λάθος…».
«Συγνώμη, λάθος» της είπε και απομακρύνθηκε περνώντας απαλά το χέρι στη μέση της κοπέλας που συνόδευε. Ήταν μια πολύ όμορφη νεαρή γυναίκα κι εκείνος έδειχνε πολύ ερωτευμένος μαζί της.
Η άλλη δεν είπε τίποτα. Άναψε ένα τσιγάρο κι έφυγε βιαστικά από το μπαρ με το κεφάλι σκυφτό. Έμοιαζε νά ΄θελε απεγνωσμένα να κρυφτεί, ώστε να μην εκτίθεται στο απαξιωτικό βλέμμα κανενός…
Ο νεαρός άντρας οδήγησε ευγενικά την κοπέλα του σ΄ ένα τραπεζάκι στο βάθος, εξακολουθώντας να την κρατά τρυφερά από τη μέση. Με φωνή γεμάτη λαγνεία τη ρώτησε τι θα πάρει, της έδωσε το πιο γλυκό φιλί του στο ημίφως κι αφέθηκε ξέγνοιαστος να βυθιστεί στη ζάλη του έρωτα και της ευτυχίας του. Ξαφνικά, τη στιγμή ακριβώς που έφερνε το ποτήρι στα χείλη του, συνειδητοποίησε ότι στο χέρι της γυναίκας που πριν από λίγο είχε συναντήσει στη μπάρα, υπήρχαν κάποιες χαρακτηριστικές ουλές. Θα ορκιζόταν ότι τις ίδιες ουλές είχε κι η γυναίκα που πριν από καιρό συνέβη να γνωρίσει.
«Σύμπτωση» σκέφτηκε και ήπιε ανέμελα μια γερή γουλιά βότκας. Ευτυχώς, μια γερή δόση βότκας, έχει κατά περιπτώσεις τη μαγική ιδιότητα να εξαφανίζει ανώδυνα όλων των ειδών τα σημάδια. Ακόμη και τα σημάδια της ψυχής… Κι εκείνα της συνείδησης...