Πρωινό ξύπνημα περίπου στις οκτώ.
Σηκώνομαι κουρασμένη – χθες κοιμήθηκα αργά. Σχεδόν στα τυφλά κατευθύνομαι προς την κουζίνα για το πρωινό μου – ζεστό γάλα με μέλι – απόλαυση! Το πρώτο μου τσιγάρο, και το δεύτερο, και το τρίτο. Και τώρα, ώρα για το πρωινό καυτό μπάνιο μου – αγαπημένη συνήθεια…
Ωχ! Διακοπή ρεύματος! Φτου! Πώς θα κάνω τώρα το μπάνιο μου; Ο συγκεκριμένος χώρος δεν έχει παράθυρο ώστε να φωτίζεται από το φως της ημέρας. Ψυχραιμία. Επιστρατεύω τα κεριά μου – δεν είναι κι άσχημα (και θά ΄ταν ακόμη καλύτερα εάν είχα συντροφιά…).
Ανοίγω διάπλατα τα παράθυρα στην κρεβατοκάμαρά μου, με τραβηγμένες τις κουρτίνες βέβαια. Ντύνομαι γρήγορα – μαύρο τζιν παντελόνι, μαύρη εξώπλατη μπλουζίτσα (ασφαλώς και όλα μαύρα – μέσα κι έξω!). Ευτυχώς, δεν συνηθίζω να μακιγιάρομαι και να φτιάχνω μαλλιά πρωινιάτικα. Αναχώρηση για το γραφείο.
Περιμένοντας για ταξί βλέπω μια μηχανή να ΄ρχεται κατά πάνω μου. «Θα με σκοτώσει ο μαλάκας!» σκέπτομαι και ενστικτωδώς κάνω πίσω. Περνώντας από μπροστά μου ο οδηγός, μού λέει «Παιδί μου, το μπούστο σου !». Το ποιο; Το μπούστο μου; Κατά καιρούς ακούω διάφορα στο δρόμο, αλλά αυτό το ακούω για πρώτη φορά! ΄Ακου το … «μπούστο» μου! Με εξέπληξε που ένας άντρας γνώριζε τη λέξη «μπούστο» αλλά μού φάνηκε και άκρως γελοίο να χρησιμοποιείται η συγκεκριμένη λέξη για … καμάκι! Μέσα μου σκέπτομαι «Ρε βλάκα, εάν κοίταζες το πρόσωπό μου και όχι τα βυζιά μου, θα έβλεπες ότι κοντεύω να περάσω … στη δεύτερη εφεδρεία !». ΄Αντρες …
Επιτέλους, ταξί. «Καλημέρα. Αθήνα παρακαλώ». Ευτυχώς, ο ταξιτζής δεν είναι φλύαρος. Απ΄ το ραδιόφωνο ακούγεται ο εκφωνητής των ειδήσεων του «Sky» που λέει για κάποιες στάσεις εργασίας, για κάποιες κινητοποιήσεις στο κέντρο, κλπ. – τα γνωστά δηλαδή. Σκέπτομαι ότι θα συναντήσω κίνηση στο δρόμο κι αρχίζω να αγχώνομαι. Όμως ψυχραιμία, θα δούμε. Μα τι να δούμε χρυσή μου! Στους δρόμους επικρατεί το λιγότερο πανικός! (θα χρησιμοποιούσα εδώ τη λέξη «κόλαση», αλλά είναι από τις αγαπημένες μου…). Ανασαίνω, ξανασαίνω, το ίδιο και ο οδηγός. Μετά από πολλή ώρα, φτάνω επιτέλους στον προορισμό μου.
Αφήνω βιαστικά τα πράγματά μου – τσιγάρα, κινητά, κλειδιά, λεφτά - πάνω στο γραφείο, κι ετοιμάζομαι, μετά από μια βαθιά ανάσα να απολαύσω την πρώτη μου γουλιά από το φρέσκο δροσερό μου γάλα (κι άλλο γάλα). Μα το κουτί με το γάλα βρίσκεται ξαφνικά πεσμένο στην επιφάνεια του γραφείου μου ως δια μαγείας (μάλλον ως δια … μαλακίας!). Τι να πρωτοσώσω; Χαρτιά, πληκτρολόγια, κινητά, λεφτά, κλειδιά, όλα κολυμπάνε στο γάλα! Γαμώ την ατυχία μου! Δεν άρχισε καλά η μέρα μου! Καθαρίζω όπως-όπως κι αρχίζω να δουλεύω (μαρτύριο να κάνεις μια δουλειά που σιχαίνεσαι…).
Ο θόρυβος που προκαλείται από το κυκλοφοριακό χάος που επικρατεί στη λεωφόρο δοκιμάζει τις αντοχές μου, προσπαθώ όμως να συγκεντρωθώ στη δουλειά μου. Οι ώρες περνούν, πείνασα. Το πρωί είχα πετάξει όπως – όπως στο σακίδιό μου ένα άψητο τοστ από μαύρο ψωμί, με μαρούλι, τόνο και μαγιονέζα. Αυτό το «όπως – όπως» όμως με κατέστρεψε! Το τοστ δραπέτευσε από το polybag και τα πράγματά μου έγιναν χάλια: Τα πακέτα τσιγάρα, η ατζέντα μου (επιμένω κλασσικά στην ατζέντα κι όχι στο πέρασμα αριθμών στο κινητό), τα λεφτά μου (αχ! Πότε θα μάθω να χρησιμοποιώ πορτοφολάκι όπως όλος ο κόσμος ! ) και τέλος το τετράδιό μου – ό,τι πολυτιμότερο υπάρχει στο σακίδιό μου γιατί εκεί μέσα γράφω ό,τι μού ΄ρχεται ανά πάσα στιγμή. Πλέον ξεχνώ τους καλούς μου τρόπους κι αρχίζω να βρίζω χυδαία. Την ώρα που προσπαθώ να καθαρίσω ό,τι και όπως μπορώ, νά ΄σου και ο διευθυντής. Η διαίσθησή μου μού λέει ότι δεν πρόκειται για την καθημερινή ηλίθια βολτούλα του από το γραφείο μου. «Το Σαββατοκύριακο πας Κέρκυρα» μού λέει. Νά ΄το ! «Μα πώς» λέω «αφού έχει ήδη κανονιστεί να πάει ο τάδε. Δεν μπορώ να λείψω αυτό το Σαββατοκύριακο». «Δεν γίνεται» μού απαντά. «Τη συγκεκριμένη δουλειά δεν μπορεί να την κάνει ο τάδε, πρέπει να πας εσύ» κλπ. κλπ. κλπ. Γαμώ το κέρατό μου! Μου αρέσει πολύ η Κέρκυρα, και γνωστούς έχω εκεί που θα χαρούν να με δουν, και για το παστιτσάδο τρελαίνομαι, αλλά αυτό το Σαββατοκύριακο ήθελα να μείνω στο σπιτάκι μου να ξεκουραστώ επιτέλους, ψυχικά και σωματικά! Μού κόπηκε η όρεξη για φαγητό. Δεν μπορώ να δουλέψω άλλο, μαζεύω βιαστικά τα πράγματά μου και φεύγω.
Παρ΄ όλο που σήμερα έχει δροσιά, εντούτοις η ατμόσφαιρα είναι αποπνιχτική. Περνάω απέναντι για ταξί. Ευτυχώς, η κάθοδος φαίνεται πιο ήρεμη – νομίζω όμως! Σήμερα η κάθοδος είναι χειρότερη απ΄ την άνοδο! Κι ο ταξιτζής φλύαρος του κερατά! Πόσο γελοίος μπορεί να γίνει ένας άντρας όταν προσπαθεί να φλερτάρει! «Σας παρακαλώ» του λέω όσο πιο ευγενικά και διακριτικά γίνεται. «Δεν είναι κι η καλύτερή μου μέρα σήμερα». Και μέσα μου «Άντε γαμήσου!». Η κίνηση απερίγραπτη – μα τι στο καλό – μήπως συνέβη κάποιο ατύχημα; Όχι δικέ μου! Απλά, δυο – τρία χιλιόμετρα παρακάτω ένα κολομάγαζο έχει εγκαίνια! Διπλοπαρκαρισμένα αυτοκίνητα – άκουσον άκουσον - μέχρι και πούλμαν παρκαρισμένα στη λεωφόρο και μάλιστα σε ώρα αιχμής!. Κυράτσες – και όχι μόνο – φορτωμένοι όλοι με σακούλες, κούτες και κουτάκια! «Κρίση στην παγκόσμια οικονομία, που έχει επίπτωση στα ελληνικά νοικοκυριά». Πούτσες! Όλοι είναι φορτωμένοι με ψώνια και τα νεύρα μου τέλια !
Φτάνω σπίτι – ανάσταση! Βιάστηκα όμως να … αναστήσω: Ψάχνω κλειδιά, τίποτα - τα ξέχασα στο γραφείο! Τα μπινελίκια δίνουν και παίρνουν! Χτυπάω κουδούνια, απάντηση καμία. Τι διάολο, όλοι λείπουν; Και τότε βλέπω κολλημένο στο τζάμι της εισόδου χαρτί της ΔΕΗ που ειδοποιεί για τη διακοπή ρεύματος μέχρι και τις επτά το απόγευμα. Το πρωί, μέσα στη βιασύνη μου, δεν το είδα. Γι΄ αυτό κι οι γείτονες δεν ακούν τα κουδούνια. Προσπαθώ να τηλεφωνήσω σε κάποιον από αυτούς για να κατέβει να μού ανοίξει, αλλά τα πλήκτρα των κινητών κολλάνε απ΄ τα γάλατα, τις μαγιονέζες και τα μαρούλια ! Με κάποια προσπάθεια τα καταφέρνω επιτέλους – ένας γείτονας κατεβαίνει και μού ανοίγει.
Φτάνω στον όροφό μου – κατάπληξη: Κι άλλο κολλημένο χαρτί, στην πόρτα μου αυτή τη φορά: «Ενώπιον κάθε αρμοδίου δικαστηρίου και αρχής, εξώδικος καταγγελία και πρόσκληση». Τι είναι αυτό πάλι; Κατάλαβα! Τράπεζα, κάρτες, δόσεις – το γνωστό τρίπτυχο. Αφού όμως το θέμα έχει τακτοποιηθεί, τι δουλειά έχει αυτό το χαρτί στην πόρτα μου; Και πώς κατάφερε ο δικαστικός κλητήρας να ανεβεί στον όροφό μου, αφού, λόγω της διακοπής ρεύματος, τα κουδούνια δεν χτυπούσαν; Προφανώς συνάντησε τυχαία κάποιον στην είσοδο και του άνοιξε. «Πάλι ρόμπα έγινα» σκέπτομαι. «Μ΄ έχουν που μ΄ έχουν στη μπούκα οι γείτονες λόγω της μουσικής που ακούω στο τέρμα, πόσο μάλλον τώρα! Τα κουτσομπολιά θα δίνουν και θα παίρνουν πίσω από τις κλειστές πορτούλες τους». Ουδόλως όμως μ΄ απασχολεί – τους έχω γραμμένους. Ποτέ δε μ΄ ένοιαξε για το τι θα πει ο κόσμος…
Κάνω ένα μπάνιο όπως – όπως και πέφτω για ύπνο.
Ωρα οκτώ και μισή περίπου. Ξυπνάω – το ρεύμα επανήλθε. Ωραία! Παίρνω μια μπανάνα και κατευθύνομαι προς τη βεράντα μου. Απλώνομαι σε μία από τις αναπαυτικές πολυθρόνες μου καταβροχθίζοντας κυριολεκτικά τη μπανάνα – είμαι νηστική από το πρωί. Τώρα που είμαι ήρεμη, σκέπτομαι ότι η προοπτική του ταξιδιού στην Κέρκυρα δεν φαντάζει και τόσο άσχημη.
«Και τώρα τι να κάνω για να περάσει η ώρα; Δεν περιμένω τίποτα και κανέναν…».
Τελικά, διαπιστώνω, η μέρα μου ήταν μια σχεδόν όμορφη μέρα εάν τη συγκρίνω με τη νύχτα που απειλητικά πλησιάζει. Εάν τη συγκρίνω με το φρικτό μου σκοτάδι που θα με γεμίσει ξανά από ουσιαστικά άγχη, βαθιές απογοητεύσεις και ατέλειωτες, τυραννικές σιωπές… Σκατά …
Σηκώνομαι κουρασμένη – χθες κοιμήθηκα αργά. Σχεδόν στα τυφλά κατευθύνομαι προς την κουζίνα για το πρωινό μου – ζεστό γάλα με μέλι – απόλαυση! Το πρώτο μου τσιγάρο, και το δεύτερο, και το τρίτο. Και τώρα, ώρα για το πρωινό καυτό μπάνιο μου – αγαπημένη συνήθεια…
Ωχ! Διακοπή ρεύματος! Φτου! Πώς θα κάνω τώρα το μπάνιο μου; Ο συγκεκριμένος χώρος δεν έχει παράθυρο ώστε να φωτίζεται από το φως της ημέρας. Ψυχραιμία. Επιστρατεύω τα κεριά μου – δεν είναι κι άσχημα (και θά ΄ταν ακόμη καλύτερα εάν είχα συντροφιά…).
Ανοίγω διάπλατα τα παράθυρα στην κρεβατοκάμαρά μου, με τραβηγμένες τις κουρτίνες βέβαια. Ντύνομαι γρήγορα – μαύρο τζιν παντελόνι, μαύρη εξώπλατη μπλουζίτσα (ασφαλώς και όλα μαύρα – μέσα κι έξω!). Ευτυχώς, δεν συνηθίζω να μακιγιάρομαι και να φτιάχνω μαλλιά πρωινιάτικα. Αναχώρηση για το γραφείο.
Περιμένοντας για ταξί βλέπω μια μηχανή να ΄ρχεται κατά πάνω μου. «Θα με σκοτώσει ο μαλάκας!» σκέπτομαι και ενστικτωδώς κάνω πίσω. Περνώντας από μπροστά μου ο οδηγός, μού λέει «Παιδί μου, το μπούστο σου !». Το ποιο; Το μπούστο μου; Κατά καιρούς ακούω διάφορα στο δρόμο, αλλά αυτό το ακούω για πρώτη φορά! ΄Ακου το … «μπούστο» μου! Με εξέπληξε που ένας άντρας γνώριζε τη λέξη «μπούστο» αλλά μού φάνηκε και άκρως γελοίο να χρησιμοποιείται η συγκεκριμένη λέξη για … καμάκι! Μέσα μου σκέπτομαι «Ρε βλάκα, εάν κοίταζες το πρόσωπό μου και όχι τα βυζιά μου, θα έβλεπες ότι κοντεύω να περάσω … στη δεύτερη εφεδρεία !». ΄Αντρες …
Επιτέλους, ταξί. «Καλημέρα. Αθήνα παρακαλώ». Ευτυχώς, ο ταξιτζής δεν είναι φλύαρος. Απ΄ το ραδιόφωνο ακούγεται ο εκφωνητής των ειδήσεων του «Sky» που λέει για κάποιες στάσεις εργασίας, για κάποιες κινητοποιήσεις στο κέντρο, κλπ. – τα γνωστά δηλαδή. Σκέπτομαι ότι θα συναντήσω κίνηση στο δρόμο κι αρχίζω να αγχώνομαι. Όμως ψυχραιμία, θα δούμε. Μα τι να δούμε χρυσή μου! Στους δρόμους επικρατεί το λιγότερο πανικός! (θα χρησιμοποιούσα εδώ τη λέξη «κόλαση», αλλά είναι από τις αγαπημένες μου…). Ανασαίνω, ξανασαίνω, το ίδιο και ο οδηγός. Μετά από πολλή ώρα, φτάνω επιτέλους στον προορισμό μου.
Αφήνω βιαστικά τα πράγματά μου – τσιγάρα, κινητά, κλειδιά, λεφτά - πάνω στο γραφείο, κι ετοιμάζομαι, μετά από μια βαθιά ανάσα να απολαύσω την πρώτη μου γουλιά από το φρέσκο δροσερό μου γάλα (κι άλλο γάλα). Μα το κουτί με το γάλα βρίσκεται ξαφνικά πεσμένο στην επιφάνεια του γραφείου μου ως δια μαγείας (μάλλον ως δια … μαλακίας!). Τι να πρωτοσώσω; Χαρτιά, πληκτρολόγια, κινητά, λεφτά, κλειδιά, όλα κολυμπάνε στο γάλα! Γαμώ την ατυχία μου! Δεν άρχισε καλά η μέρα μου! Καθαρίζω όπως-όπως κι αρχίζω να δουλεύω (μαρτύριο να κάνεις μια δουλειά που σιχαίνεσαι…).
Ο θόρυβος που προκαλείται από το κυκλοφοριακό χάος που επικρατεί στη λεωφόρο δοκιμάζει τις αντοχές μου, προσπαθώ όμως να συγκεντρωθώ στη δουλειά μου. Οι ώρες περνούν, πείνασα. Το πρωί είχα πετάξει όπως – όπως στο σακίδιό μου ένα άψητο τοστ από μαύρο ψωμί, με μαρούλι, τόνο και μαγιονέζα. Αυτό το «όπως – όπως» όμως με κατέστρεψε! Το τοστ δραπέτευσε από το polybag και τα πράγματά μου έγιναν χάλια: Τα πακέτα τσιγάρα, η ατζέντα μου (επιμένω κλασσικά στην ατζέντα κι όχι στο πέρασμα αριθμών στο κινητό), τα λεφτά μου (αχ! Πότε θα μάθω να χρησιμοποιώ πορτοφολάκι όπως όλος ο κόσμος ! ) και τέλος το τετράδιό μου – ό,τι πολυτιμότερο υπάρχει στο σακίδιό μου γιατί εκεί μέσα γράφω ό,τι μού ΄ρχεται ανά πάσα στιγμή. Πλέον ξεχνώ τους καλούς μου τρόπους κι αρχίζω να βρίζω χυδαία. Την ώρα που προσπαθώ να καθαρίσω ό,τι και όπως μπορώ, νά ΄σου και ο διευθυντής. Η διαίσθησή μου μού λέει ότι δεν πρόκειται για την καθημερινή ηλίθια βολτούλα του από το γραφείο μου. «Το Σαββατοκύριακο πας Κέρκυρα» μού λέει. Νά ΄το ! «Μα πώς» λέω «αφού έχει ήδη κανονιστεί να πάει ο τάδε. Δεν μπορώ να λείψω αυτό το Σαββατοκύριακο». «Δεν γίνεται» μού απαντά. «Τη συγκεκριμένη δουλειά δεν μπορεί να την κάνει ο τάδε, πρέπει να πας εσύ» κλπ. κλπ. κλπ. Γαμώ το κέρατό μου! Μου αρέσει πολύ η Κέρκυρα, και γνωστούς έχω εκεί που θα χαρούν να με δουν, και για το παστιτσάδο τρελαίνομαι, αλλά αυτό το Σαββατοκύριακο ήθελα να μείνω στο σπιτάκι μου να ξεκουραστώ επιτέλους, ψυχικά και σωματικά! Μού κόπηκε η όρεξη για φαγητό. Δεν μπορώ να δουλέψω άλλο, μαζεύω βιαστικά τα πράγματά μου και φεύγω.
Παρ΄ όλο που σήμερα έχει δροσιά, εντούτοις η ατμόσφαιρα είναι αποπνιχτική. Περνάω απέναντι για ταξί. Ευτυχώς, η κάθοδος φαίνεται πιο ήρεμη – νομίζω όμως! Σήμερα η κάθοδος είναι χειρότερη απ΄ την άνοδο! Κι ο ταξιτζής φλύαρος του κερατά! Πόσο γελοίος μπορεί να γίνει ένας άντρας όταν προσπαθεί να φλερτάρει! «Σας παρακαλώ» του λέω όσο πιο ευγενικά και διακριτικά γίνεται. «Δεν είναι κι η καλύτερή μου μέρα σήμερα». Και μέσα μου «Άντε γαμήσου!». Η κίνηση απερίγραπτη – μα τι στο καλό – μήπως συνέβη κάποιο ατύχημα; Όχι δικέ μου! Απλά, δυο – τρία χιλιόμετρα παρακάτω ένα κολομάγαζο έχει εγκαίνια! Διπλοπαρκαρισμένα αυτοκίνητα – άκουσον άκουσον - μέχρι και πούλμαν παρκαρισμένα στη λεωφόρο και μάλιστα σε ώρα αιχμής!. Κυράτσες – και όχι μόνο – φορτωμένοι όλοι με σακούλες, κούτες και κουτάκια! «Κρίση στην παγκόσμια οικονομία, που έχει επίπτωση στα ελληνικά νοικοκυριά». Πούτσες! Όλοι είναι φορτωμένοι με ψώνια και τα νεύρα μου τέλια !
Φτάνω σπίτι – ανάσταση! Βιάστηκα όμως να … αναστήσω: Ψάχνω κλειδιά, τίποτα - τα ξέχασα στο γραφείο! Τα μπινελίκια δίνουν και παίρνουν! Χτυπάω κουδούνια, απάντηση καμία. Τι διάολο, όλοι λείπουν; Και τότε βλέπω κολλημένο στο τζάμι της εισόδου χαρτί της ΔΕΗ που ειδοποιεί για τη διακοπή ρεύματος μέχρι και τις επτά το απόγευμα. Το πρωί, μέσα στη βιασύνη μου, δεν το είδα. Γι΄ αυτό κι οι γείτονες δεν ακούν τα κουδούνια. Προσπαθώ να τηλεφωνήσω σε κάποιον από αυτούς για να κατέβει να μού ανοίξει, αλλά τα πλήκτρα των κινητών κολλάνε απ΄ τα γάλατα, τις μαγιονέζες και τα μαρούλια ! Με κάποια προσπάθεια τα καταφέρνω επιτέλους – ένας γείτονας κατεβαίνει και μού ανοίγει.
Φτάνω στον όροφό μου – κατάπληξη: Κι άλλο κολλημένο χαρτί, στην πόρτα μου αυτή τη φορά: «Ενώπιον κάθε αρμοδίου δικαστηρίου και αρχής, εξώδικος καταγγελία και πρόσκληση». Τι είναι αυτό πάλι; Κατάλαβα! Τράπεζα, κάρτες, δόσεις – το γνωστό τρίπτυχο. Αφού όμως το θέμα έχει τακτοποιηθεί, τι δουλειά έχει αυτό το χαρτί στην πόρτα μου; Και πώς κατάφερε ο δικαστικός κλητήρας να ανεβεί στον όροφό μου, αφού, λόγω της διακοπής ρεύματος, τα κουδούνια δεν χτυπούσαν; Προφανώς συνάντησε τυχαία κάποιον στην είσοδο και του άνοιξε. «Πάλι ρόμπα έγινα» σκέπτομαι. «Μ΄ έχουν που μ΄ έχουν στη μπούκα οι γείτονες λόγω της μουσικής που ακούω στο τέρμα, πόσο μάλλον τώρα! Τα κουτσομπολιά θα δίνουν και θα παίρνουν πίσω από τις κλειστές πορτούλες τους». Ουδόλως όμως μ΄ απασχολεί – τους έχω γραμμένους. Ποτέ δε μ΄ ένοιαξε για το τι θα πει ο κόσμος…
Κάνω ένα μπάνιο όπως – όπως και πέφτω για ύπνο.
Ωρα οκτώ και μισή περίπου. Ξυπνάω – το ρεύμα επανήλθε. Ωραία! Παίρνω μια μπανάνα και κατευθύνομαι προς τη βεράντα μου. Απλώνομαι σε μία από τις αναπαυτικές πολυθρόνες μου καταβροχθίζοντας κυριολεκτικά τη μπανάνα – είμαι νηστική από το πρωί. Τώρα που είμαι ήρεμη, σκέπτομαι ότι η προοπτική του ταξιδιού στην Κέρκυρα δεν φαντάζει και τόσο άσχημη.
«Και τώρα τι να κάνω για να περάσει η ώρα; Δεν περιμένω τίποτα και κανέναν…».
Τελικά, διαπιστώνω, η μέρα μου ήταν μια σχεδόν όμορφη μέρα εάν τη συγκρίνω με τη νύχτα που απειλητικά πλησιάζει. Εάν τη συγκρίνω με το φρικτό μου σκοτάδι που θα με γεμίσει ξανά από ουσιαστικά άγχη, βαθιές απογοητεύσεις και ατέλειωτες, τυραννικές σιωπές… Σκατά …