Τρίτη 1 Ιουλίου 2008

ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΦΤΙΑΓΜΕΝΗ ΑΠΟ ΣΤΙΧΟΥΣ...



ΕΓΩ…

Πώς να σωπάσω μέσα μου την ομορφιά του κόσμου…
Ο ουρανός δικός μου, η θάλασσα στα μέτρα μου…
Πώς να με κάνουν να τον δω τον ήλιο μ' άλλα μάτια,
στα ηλιοσκαλοπάτια μ' έμαθε η μάνα μου να ζω...
Στου βούρκου μέσα τα νερά, ποια γλώσσα μου μιλάνε
αυτοί που μου ζητάνε να χαμηλώσω τα φτερά…


Η ΑΛΗΘΕΙΑ…

Κοίτα το φεγγάρι Μαργαρίτα, λάμπει σαν τον ήλιο.
Το μισό άμα το γυρίσεις απ' την άλλη,
είναι θεοσκότεινο κι αυτό…
Μέσα σ' ένα βράδυ Μαργαρίτα, μη ζητάς να μάθεις τη ζωή…
Άιντε, καληνύχτα Μαργαρίτα, θα τα ξαναπούμε το πρωί.
Πάρε μιαν ανάσα τελευταία για να την κρατήσεις στο φιλί.
Άιντε, καληνύχτα Μαργαρίτα, σήμερα κουράστηκες πολύ…
Αυτή η γειτονιά είναι για όλους μας ένα κλουβί.
Kανείς δε ζει αληθινά αυτό που θά ΄θελε να ζει,
γιατί το όνειρο είναι μια στιγμή
και όλες οι άλλες οι στιγμές απελπισία.
Mέσα σ΄ αυτό το δρόμο γεννιόμαστε, ζούμε και πεθαίνουμε,
μαζί με μας και τα όνειρα μας, μαζί με μας και τα παιδιά μας.
Γι' αυτό ένα πάρτι σ΄ αυτό το δρόμο,
είναι πιο θλιβερό και από τον ίδιο το θάνατο.
Είναι ένα γραμμόφωνο που ολοένα ξεκουρδίζεται,
δυο ιδρωμένα χέρια στο άσπρο φόρεμα ενός κοριτσιού.
Ένας σκύλος που απορεί.
Ένα ποτήρι αδειανό στην άκρη της αυλής μου.
Μια κόκκινη κορδέλα στα μαλλιά της,
ένας κρυφός αναστεναγμός…


Η ΑΥΤΑΠΑΤΗ…

Άσε τι λένε τα χαρτιά και η ταυτότητά μου!
Σήμερα έχω γεννηθεί, μαζί με τα όνειρά μου!
Το παρελθόν μου το ξεχνώ κι ανοίγω τα φτερά μου!
Θέλω να ζήσω! Θέλω να ζήσω!
Ό,τι δεν γνώρισα να το γνωρίσω!
Να ζω την κάθε μου στιγμή, με την καρδιά, με το κορμί!
Απ' την ρουτίνα μου να βγω, να πω πως έζησα κι εγώ!
Την περασμένη μου ζωή όλη την ακυρώνω,
για να προλάβω το παρόν και τον χαμένο χρόνο!


Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ…

Η νύχτα...
Όνομα ουσιαστικό, γένους θηλυκού, ενικός αριθμός.
Πληθυντικός αριθμός οι νύχτες. Οι νύχτες από ‘δω και πέρα.

Ο φόβος...
Όνομα ουσιαστικό, στην αρχή ενικός αριθμός και μετά πληθυντικός.
Οι φόβοι. Οι φόβοι για όλα από εδώ και πέρα.

Ο έρωτας.
Όνομα ουσιαστικό. Πολύ ουσιαστικό...Ενικού αριθμού.
Γένους ούτε θηλυκού ούτε αρσενικού. Γένους ανυπεράσπιστου.

Η μνήμη. Κύριο όνομα των θλίψεων.
Ενικού αριθμού. Μόνον ενικού αριθμού και άκλιτη:
Η μνήμη... Η μνήμη... Η μνήμη...

Νυχτώνει κι απ΄ τον έρωτα δεν έχω να λαβαίνω.

Να ντυθώ, να χτενιστώ δεν προλαβαίνω…

Στους δρόμους αναλώνομαι. Γραφεία, διαδρόμοι.
Με τύψεις φορτώνομαι, ζητάω συγνώμη.
Συγνώμη από μένανε που μ' έχω ξεχάσει…
Ζωή είναι μάτια μου, ζωή, θα περάσει…

Τώρα χαμένη στων ονείρων μου το χάρτη,
όλο ρωτάω πώς τα 'φερε έτσι η ζωή:
Αυτοί που φύγανε να με καλούν σε πάρτι
κι αυτοί που ζούνε να μου λείπουν πιο πολύ…

Η ΠΟΡΕΙΑ…

Καμιά φορά λέω ν΄ αλλάξω ουρανό,
μα δεν υπάρχουν δρόμοι…

Σκούπισα τα μάτια τα κλαμένα, έβαψα τα χείλη τα θλιμμένα,
πέρασα το ρουζ στα μάγουλα μου,
έβαλα λουλούδια στα μαλλιά μου.
Πήρα το φουστάνι το καλό μου,
κρέμασα στολίδια στο λαιμό μου,
κλείδωσα συρτάρια αναμνήσεις,
έθαψα χιλιάδες συγκινήσεις.
Ξεγελώ λοιπόν τον καθένα πως καημό δεν έχω κανένα…

Ποιος είσαι φίλε, δε σε ξέρω, φίλε.
Πες μου τ' όνομά σου, άλλα λόγια δε ρωτώ απόψε.
Τσιγάρο φίλε, τη φωτιά σου δως μου,
κάθισε κοντά μου λίγο, έτσι, για να ζεσταθώ απόψε.
Κι αν κλάψω φίλε, θα 'ναι που 'μαι μόνη και φοβάμαι.
Θεέ μου, δείχνω, μα δεν είμαι δυνατή…
Τα φώτα σβήσε και την πόρτα κλείσε.
Πλάι σου θα πέσω, πέτρα στο νερό, και ας χαθώ απόψε...
Τρομάζω φίλε… Φλόγα η ματιά σου…
Άγγελε της νύχτας, στις φτερούγες σου θα μπω απόψε.
Ρωτάς ποια είμαι, ποια στ' αλήθεια είμαι…
Να που κάποιο ψέμα πρέπει νά ΄βρω πάλι για να πω απόψε…
Μη φεύγεις φίλε, λίγο ακόμα μείνε.
Πώς φοβάμαι Θεέ μου, δείχνω μα δεν είμαι δυνατή…
Αντίο φίλε…Μόνη τώρα μένω…
Κάποιο τρόπο θά ΄βρω για να ξεχαστώ και πάλι απόψε…

Αγάπη πού ΄γινες δίκοπο μαχαίρι …
Κάποτε μού ΄δινες μόνο τη χαρά…

Έγραφες πάνω στο κορμί μου,
«Όποτε θέλω εγώ θα ζεις κι όποτε θέλω θα πεθαίνεις!
Όποτε θέλω θα σε διώχνω και θα 'ρχεσαι όταν θέλω εγώ!»
Έγραφες πάνω στην ψυχή μου, την πλήξη σου να ξεπεράσεις…

Κι αν δεν μπορώ το πάθος μου να καταργήσω,
δικαίωμά μου να διαλέξω πώς θα ζήσω.
Κι αν προκαλείς ανατροπή στη λογική μου,
δικαίωμά μου, είν' υπόθεση δική μου.

Κομμένη η ανάσα δίχως μια φωνή,
παίζω τα μπάσα στο δικό σου το κορμί
κι ανασηκώνω το σεντόνι σαν αυλαία,
με τέτοια λύσσα και ορμή,
να ξαναπαίξω τη σκηνή σα νά 'ναι η πράξη η τελευταία.
Γυμνό, σ' είδα στον ύπνο μου γυμνό,
ξυπνώ κι έχω το στόμα σου στο στόμα.
Γυμνό, σ' είδα στον ύπνο μου γυμνό,
ξυπνώ και ζω με τ' όνειρό μου ακόμα.
Φωτιά και λάβρα για μας η επαφή.
Άμα ταιριάξει το κορμί μ' άλλο κορμί,
είν' η συνάντηση μεγάλη και μοιραία.
Κι όσα δε ζήσαμε μαζί,
η φαντασία μας τα ζει και μας ταιριάζει πιο ωραία…

Ασφαλώς και το ξέρω πως δεν είμαστε ίδια -
μοναχά στα παιχνίδια είμαστε όλοι παιδιά…

Τα μεσάνυχτα, όταν σβήνει το φως, από πάνω ο Θεός.
Τ' όνομά σου η σιωπή με ξυπνά να μου πει.
Τα μεσάνυχτα, σαν σουγιάς με τρυπά το εκκρεμές που χτυπά.
Είμαι άδειο νησί κι όλα γίνονται εσύ…
Τα μεσάνυχτα είμαι σώμα μισό, μια κραυγή δίχως ήχο
και τους δείχτες μισώ που αγαπιούνται στον τοίχο…
Τα μεσάνυχτα, σαν στοιχιά με ξυπνούν πάλι τα περασμένα,
φλέβες κι αίμα πεινούν και φωνάζουν εσένα…
Τα μεσάνυχτα, όταν σβήνει το φως, από πάνω ο Θεός.
Αναμνήσεις σωρό - πάρτες δεν τις μπορώ…
Τα μεσάνυχτα, το τσιγάρο πικρό και μου καίει το στόμα…
Δωσ΄ μου λίγο καιρό, δωσ΄ μου μια νύχτα ακόμα…
Τα μεσάνυχτα γαληνεύει η γη, μόνο εγώ δεν κοιμάμαι.
Είμαι όλη πληγή, αγρυπνώ και θυμάμαι…

Δε με νοιάζει με ποιον ακούς απόψε αυτό το τραγούδι.
Γράψε μόνο ένα γράμμα που ποτέ δε θα διαβάσω,
γύρω μας βουίζει πυρκαγιά.
Γράψε μόνο μια-δυο λέξεις, για ανθρώπους και για τόπους
που εμείς ποτέ μαζί δε θα δούμε…
Δε μ' ακούει κανένας απόψε και τίποτα δε με βοηθάει…
Η κιθάρα μου έχει θυμώσει απόψε και δε μου μιλάει…
Πατάω σε σπασμένα γυαλιά…

Έκλεισε ο κύκλος κάπου εδώ.
Πήρε ο καθένας το μισό κι από έναν φόβο...

Να με θυμάσαι… Όταν κρυώνεις κι όταν φοβάσαι να με θυμάσαι…
Να με θυμάσαι όταν πονάς και δεν κοιμάσαι… Να με θυμάσαι…

Απόψε και πάλι σ' ένα μπαρ θα χαθώ,
στη γνώριμη ζάλη και στο ίδιο σκηνικό.
Ακόμα ένα βράδυ
με το χέρι ενοχλώ το ίδιο σημάδι στο τραπέζι το γνωστό…

Ο ΕΠΙΛΟΓΟΣ…

Έχω φτερά σαν χελιδόνι και αλυσίδες σαν άνθρωπος…


Για ποιον έζησα…
Για ποιον πέθανα…
Για ποιον έφυγα…
Για ποιον έμεινα…
Για ποιον τέλειωσα…
Για ποιον άρχισα…
Για ποιον πρόλαβα…
Για ποιον άργησα…

Μη μου θυμίζεις ποια είμαι, ποια ήμουν. Κοντά στο τέλος ποιος θυμάται την αρχή…

Αβάσταχτή μου ελαφρότητα, μού στέρησες του κόσμου την απλότητα…

Με έσπρωξες στις πόρτες του φτηνού,
εκεί που χάνει η ψυχή το νου…
Αβάσταχτή μου ελαφρότητα,
μού κλείδωσες της τρέλας την ταυτότητα,
μ' οδήγησες στους δρόμους του καπνού,
εκεί που χάνει ο νους το νου…

Περπατούσα αφηρημένη και δεν είδα το φανάρι.
Είδα μόνο, τρομαγμένη, ένα Honda να φρενάρει.
«Πρόσεξε θα σκοτωθείς!» μού φωνάζει ο οδηγός.
«Και τι έγινε που ζεις;», λέει μέσα μου ο Θεός.
Κι έμεινα αφηρημένη να κοιτάζω το φανάρι να μου λέει:
«Ζωή σημαίνει ένα Honda που φρενάρει...»


Άσφαλτος υγρή, χειμωνιάτικη. Απ΄ όπου πέρασα έμεινα ξένη.
Άσφαλτος λερωμένη κι άχρηστη μα εσύ, θυμάμαι, φορούσες φτερά.
Ναι, αλλά πότε; Στα όνειρά μου μάλλον, στα όνειρά μου, ναι.
Κι ίσως, ακόμα πιο παλιά.
Οπτικές ίνες, διαδικτυακές σιωπές, μας ένωναν και μας χώριζαν.
Συνήθισα την απουσία.

…ΚΑΙ Η ΕΛΠΙΔΑ…


Κάνε κουράγιο, Άννα.
Πάλεψε τα χρόνια.
Άννα μου, με τις αλλιώτικες συνήθειες, τις αλλιώτικες κινήσεις.
Είχες πολύ καλούς τρόπους. Φαινόταν ότι ήσουν από άλλο κόσμο.
Όμως, εσύ έκανες ό,τι μπορούσες για να μην το δείχνεις.
Δεν περιφρονούσες τη φτώχεια, αλλά ούτε σε γοήτευε ιδιαίτερα.
Όλα σε σένα ήταν διαφορετικά.Το δωμάτιό σου με τα σπάνια αντικείμενα,
τα γράμματα, τα δώρα σου...Σίγουρα, είχες καλύτερο γούστο από μένα!
Ερχόσουν και μ' έβρισκες.Το κρεβάτι μου, το στήθος σου... Άννα, μικρή πρόστυχη κυρία.
Και κάτω απ' τα παράθυρα βρεγμένος δρόμος,ο ήχος του τρένου, το σούρουπο.
Και το δωμάτιο μου, Άννα, κρεμασμένο στον αέρα, σαν πορτοκάλι.
Κάνε κουράγιο Άννα...
Ξέρεις Άννα, εμείς οι δυο ήταν γραφτό να συναντηθούμε.
Τι να ξέρουν - πώς μπορούν να ξέρουν οι άλλοι…
Συνομήλικη, μικρή ερωμένη.
Θυμάσαι; Εκατομμύρια στιγμές, στιγμές που όσο πάνε και λιγοστεύουν,
έτσι όπως κάποιοι τις λεηλατούν μπροστά στα μάτια μας, κάθε μέρα.
Άδικα παλεύω να τις κρατήσω, άδικα.
Κυλάνε βουβά και φεύγουν προς τη μεγάλη θάλασσα.
Πέρασαν τόσα χρόνια.Δε φοράω πια το φοιτητικό μου μπουφάν
και δυσκολεύομαι να συνηθίσω αυτό το καλοραμμένο κουστούμι.
Δεν περιφρονώ το χρήμα, αλλά ούτε με γοητεύει ιδιαίτερα.
Μότσαρτ, Ρέκβιεμ, Agnus Dei, Yesterday.
Απόψε θά 'ρθω στο πρώτο σου όνειρο.
Μη γεράσεις Άννα, μη γεράσεις…
Πες ψέματα στον άντρα σου. Σκίσε την πρόσκληση, ακύρωσε το δείπνο.
Ακούμπησέ με, όπως τότε, με το γόνατό σου κάτω απ΄ το τραπέζι.
Απόψε Άννα, στο καλύτερο ξενοδοχείο. Απόψε. Στο πρώτο σου όνειρο.
Κάνε κουράγιο Άννα...
Πού να 'σαι τώρα… Ποιος ξέρει πώς περνάς...Πού να 'σαι τώρα…
Αχ πώς αντέχεις, χωρίς να έχεις αυτό που αγαπάς
και δίχως ν' αγαπάς αυτό που έχεις...
Μη γεράσεις Άννα, μη γεράσεις...
Γιατί δε θά 'χω πια κανέναν και τίποτα να με κρατήσει νέο...
Μόνος μου επιμένω ακόμα εδώ, παρόλο που άρχισε πάλι να βρέχει,
έτσι όπως βρέχει πάντα στα νησιά Οκτώβρη μήνα.
Θυμάσαι; Θάλασσα από μολύβι και ουρανός από πεύκα.
Απόμακρες, ανάκατες φωνές. Η φωνή της μητέρας, του φίλου, της κόρης,
του αδελφού, της ερωμένης, της σειρήνας του πλοίου.
Ρούχα λευκά, βιαστικά μαζεμένα, λίγο πριν τη βροχή.
Μαζί τους χάθηκε και το φως.
Ένας σύντομος περίπατος ακόμα, εκεί, δίπλα στη θάλασσα.
Κι ύστερα τέλος, τέλος…
Κάνε κουράγιο, Άννα…

Παρασκευή 27 Ιουνίου 2008

ΤΙΜΩΡΙΑ ...

Το Μέγαρο Μουσικής ήταν κατάμεστο. Το ρεσιτάλ πιάνου διήρκησε περίπου 2 ώρες κι εκείνος έδειξε να δυσανασχετεί αρκετές φορές κατά τη διάρκειά του. Όντως, για κάποιον ο οποίος δεν αρέσκεται στην κλασσική μουσική, όπως αυτός, το ρεσιτάλ ήταν μάλλον κουραστικό.

Η νύχτα έξω ήταν σαγηνευτική, γεμάτη προκλήσεις και υποσχέσεις. Το ολόγιομο φεγγάρι του Ιούνη θύμιζε στην πολύβουη πόλη ότι θα μπορούσε να ξανακερδίσει τη χαμένη λαγνεία της, αρκεί να αφουγκραζόταν με προσοχή τους μυστικούς, παθιασμένους ψιθύρους του παρελθόντος…

Είχε κανονίσει μετά το ρεσιτάλ να συναντηθεί με κάποιον γνωστό της για ποτό, σε ένα από τα ακριβότερα ξενοδοχεία της πόλης.

---Θέλεις να έρθεις παρέα; τον ρώτησε μ΄ ένα πλατύ και ειλικρινές χαμόγελο. Τούτη τη νύχτα πραγματικά αισθανόταν χαρούμενη, απαλλαγμένη από βασανιστικές σκέψεις. Κι αυτό σπάνια της συνέβαινε…

---Ναι, γιατί όχι.

Μπήκαν στο αυτοκίνητό του.

---Άντε ! Θα πας και σε ακριβό ξενοδοχείο ! της είπε καθώς ξεκινούσαν, με διάχυτη ειρωνεία στο ύφος του.

---Η επιλεκτική μνήμη σου πάντοτε με τρέλαινε ! του είπε γελώντας. Ξεχνάς ότι έχω πάει αρκετές φορές στο συγκεκριμένο ξενοδοχείο είτε για ποτό είτε για φαγητό κι ότι έχω μείνει κι εκεί. Τι όμορφο περιβάλλον αλήθεια, τι πολυτέλεια, τι …

Εκείνος τη διέκοψε σχεδόν βίαια.

---Ναι ! Kαι βέβαια θυμάμαι ! Το φαγητό στο δωμάτιο κι όλες τις μαλακίες σου ! Προφανώς και σε σερβίρισαν στο δωμάτιο, γιατί μάθε αγαπητή μου ότι τις πραγματικές κυρίες δεν τις σερβίρουν στα δωμάτια, αλλά σε λαμπερά σαλόνια ! Και τότε ήσουν ένα μ….. 20 χρονών και ο γκόμενος, ο κατά πολύ μεγαλύτερός σου, το μόνο που ήθελε ήταν να σε γαμήσει ! Σε πληροφορώ ότι εάν σ΄ έβλεπε σήμερα, ούτε καν στο δρόμο δεν θα σε γαμούσε! Και να προσέχεις ποιες αναμνήσεις μοιράζεσαι μαζί μου ! Στο έχω ξαναπεί !

Εκείνη δε μίλησε, δεν είπε τίποτα… Το μίσος του την πάγωσε… Τον γνώριζε πολύ καλά και ήταν σαφές ότι γι΄ άλλη μια φορά η ζήλια τον είχε τυφλώσει, αφού κάποτε ήταν δική του αλλά τώρα δεν θα μπορούσε ποτέ ξανά να την έχει… Αλλά τόσο μίσος…

Πέρασαν μερικά λεπτά ώσπου να συνειδητοποιήσει πλήρως τα όσα μόλις πριν από λίγο είχε ακούσει. Οι βρώμικες προσπάθειες εκείνου του άνδρα να την προσβάλει κατάφορα ώστε να μπορέσει να την πληγώσει, έπεσαν στο κενό. Κι αυτό γιατί ήξερε τι μπορούσε πλέον να δώσει και σε ποιον, τι είχε δικαίωμα να ζητήσει και από ποιον… Οι ελεεινολογίες του όμως έγιναν αφορμή για να βυθιστεί ξανά στις βασανιστικές σκέψεις της, αυτές από τις οποίες εκείνη την όμορφη νύχτα είχε θελήσει να απαλλαγεί, έστω και για λίγο : Η σιωπή μερικές φορές, κρύβει πολύ περισσότερη βρωμιά…

Πέμπτη 26 Ιουνίου 2008

Η ΠΡΟΒΑ...

Άρπαξε βιαστικά το κείμενο και κατευθύνθηκε με ασυγκράτητο θυμό προς τη σκηνή. Οι πρωταγωνιστές σαστισμένοι, προσπαθούσαν να καταλάβουν τι ήταν αυτό που τόσο τον είχε εξοργίσει ώστε ν΄ ανεβεί εκεί πάνω, διακόπτοντας την πρόβα.

«Το έργο δεν είναι πορνογράφημα!» φώναξε τόσο δυνατά, που η φωνή του αντήχησε και έσεισε το τεράστιο θέατρο. «Στραφείτε επιτέλους στον εσωτερικό κόσμο των χαρακτήρων, μην τους κατακρεουργείτε!».

Μα τι έλεγε! Είχαν προηγηθεί αμέτρητες, εξαντλητικές πρόβες!

«Σας λείπει το συναίσθημα να πάρει ο διάβολος!».

Ο σκηνοθέτης ήταν έξαλλος. Μα παρ΄ όλο τον τρομερό εκνευρισμό του, έδινε οδηγίες με μιαν εκπληκτική ακρίβεια. Οι πρωταγωνιστές τον άκουγαν εμβρόντητοι. Επρόκειτο για δύο πραγματικά εξαίρετους ηθοποιούς και κανείς δεν θα μπορούσε να αμφισβητήσει το σπάνιο ταλέντο τους. Συνεπώς, γνώριζαν πολύ καλά να ανταποκρίνονται άψογα στους ρόλους τους. ΄Αλλωστε και ο ίδιος ο σκηνοθέτης έδειχνε απόλυτα ικανοποιημένος στις πρόβες που είχαν προηγηθεί.

«Παίζετε τόσο επιφανειακά…» τους είπε. Αυτή τη φορά όμως η φωνή του ακούστηκε εξουθενωμένη, απελπισμένη. Όλοι όσοι βρίσκονταν στο θέατρο εκείνη τη στιγμή, αιφνιδιάστηκαν από αυτήν την τόσο υπερβολική όσο και απροσδόκητη, αλλόκοτη αντίδρασή του…

«Είστε ψεύτικοι» έλεγε και ξανάλεγε. «Ποτέ δεν θα καταφέρετε ν΄ αποδώσετε αληθινά τους χαρακτήρες που υποδύεστε»… Άφησε τα χαρτιά του να σκορπιστούν στο σανίδι. Στο θέατρο επικρατούσε τώρα μια σιωπή αμηχανίας και μόνο το κουρασμένο βήμα του ακουγόταν καθώς χανόταν στο βάθος της σκηνής, μέσα στο μισοσκόταδο.

Μπήκε στο πρώτο καμαρίνι που βρέθηκε μπροστά του. Κάθισε στην καρέκλα αποκαμωμένος κι έμεινε έτσι για κάμποση ώρα, όταν κάποια στιγμή σήκωσε αργά το βλέμμα και κοίταξε το πρόσωπό του στον φωτισμένο καθρέφτη.

«Γιατί …» μονολογούσε. «Γιατί με πρόδωσαν… Γιατί μετέτρεψαν αυτό το θαυμάσιο έργο σε παρωδία…».
Σκέπασε με τα χέρια το πρόσωπό του και ξέσπασε σε λυγμούς, όντας διαλυμένος από τον αβάσταχτο πόνο που του είχε προκαλέσει η βαθιά απογοήτευση. Και εάν κάποιος που τον γνώριζε τον έβλεπε σ΄ αυτήν την τραγική κατάσταση τώρα, το δίχως άλλο θα πίστευε ότι αυτή η πληθωρική προσωπικότητα, αυτός ο τόσο δυναμικός άνθρωπος, αυτός ο καταξιωμένος καλλιτέχνης, είχε σίγουρα παραφρονήσει…

Κανένας δεν τόλμησε να χτυπήσει την πόρτα του, μέχρι που νύχτωσε.

«Θα μείνετε;» τον ρώτησε κάποιος από τους φροντιστές.

«Ναι» απάντησε εκείνος, φαινομενικά αδιάφορος.

Την επόμενη μέρα ο σκηνοθέτης δεν εμφανίσθηκε στο θέατρο για την προγραμματισμένη πρόβα. Ούτε τη μεθεπόμενη. Οι μέρες περνούσαν, ο παραγωγός ωρυόταν μπροστά στην επικείμενη καταστροφή, όλα ανατρέπονταν. Είχαν επενδυθεί πολλά χρήματα σ΄ αυτό το έργο κι έπρεπε πάση θυσία ν΄ ανεβεί, έστω και χωρίς εκείνον. Στο κάτω – κάτω, ουδείς αναντικατάστατος - κάποιος άλλος φιλόδοξος σκηνοθέτης προσλήφθηκε για να ολοκληρώσει τις πρόβες και η πρεμιέρα, όπως ήταν αναμενόμενο, στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία.

Το έργο παίχθηκε για αρκετές σεζόν σ΄ εκείνο το θέατρο, όπως και σε κάποια από τα μεγαλύτερα θέατρα του κόσμου. Οι πρωταγωνιστές απέκτησαν τεράστια αναγνωρισιμότητα και εκτός συνόρων και πολύ σύντομα έγιναν το αντικείμενο λατρείας για αμέτρητους θαυμαστές, παγκοσμίως.

Όσο για εκείνον τον αυτο-εκθρονισμένο σκηνοθέτη, πληροφορίες που ποτέ δεν επιβεβαιώθηκαν τον ήθελαν άλλοτε να έχει ταξιδέψει σε άγνωστους, μακρινούς προορισμούς κι άλλοτε να ζει περιθωριακά, κυκλοφορώντας ρακένδυτος και αποκτηνωμένος στις κακόφημες συνοικίες της πόλης. Σιγά – σιγά η ανάμνησή του ξεθώριασε. Κι αν πού και πού γινόταν αναφορά στο πρόσωπό του σε συζητήσεις κοσμικών ή διανοουμενίστικων κύκλων, κανένας δεν χρησιμοποιούσε το κάποτε διάσημο όνομά του : Το επίθετο «τρελός» ήταν αρκετό ώστε να προσδιορίζεται επ΄ ακριβώς η ταυτότητά του…

Κυριακή 1 Ιουνίου 2008

ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΗ ...

Σήκωσες το κρυστάλλινο ποτήρι και το ΄φερες στα χείλη σου. Πικρά και γλυκά ποτά, μπερδεμένα. Έξαψη … Η έκσταση της συμμετοχής σ΄ έναν κόσμο ανύπαρκτο για τους πολλούς, συνέστησε τη δική σου ευτυχία… Μέθυσες, μα όχι από τα «μπερδεμένα». Απλά, αποφάσισες να δραπετεύσεις. Αφέθηκες να χορεύεις μπροστά σ΄ ένα ανοιχτό παράθυρο. Έκανες ένα βήμα και – ω του θαύματος ! – νίκησες τη βαρύτητα και πέταξες … Και το κορμί σου, τόσο ελαφρύ…

Λέξεις, λέξεις, λέξεις… Μαύρα – άσπρα πλήκτρα, τόνοι και ημιτόνια, σ΄ ένα ατέλειωτο κλαβιέ που παράγει ακαταλαβίστικες, απόκοσμες μελωδίες. Κι οι μελωδίες μπλέχτηκαν με το κορμί και το κορμί με τις λέξεις. Κι οι λέξεις με τη σειρά τους γέννησαν συναισθήματα… Συναισθήματα που δεν αποφασίστηκαν εκ των προτέρων… Απλά, γεννήθηκαν…

Κλείσε τώρα τα μάτια… Δεν ανήκεις στον κόσμο μας εσύ, τον περατό και τον εφήμερο, τον ομοιόσχημο… Δε μοιάζεις εσύ μ΄ εκείνους τους φίλαυτους που κρατούν τη ζωή τους φυλακισμένη σε εισαγωγικά, σταθμίζοντας την κάθε τους ενέργεια. Εσύ πέταξες τους χάρτινους μανδύες, εσύ μπόρεσες να αυτοπαραιτηθείς από τη ντροπή, καθιστώντας καταγέλαστο το «εγώ» σου…Τι τύχη αλήθεια !

(Αυτή τη νύχτα δεν χρειάζεται να ελέγξεις εάν τα παράθυρά σου είναι κλειστά γλυκιά μου… Μεγάλωσες πολύ, δεν πρέπει να φοβάσαι πια…).

Και σ΄ έναν άγγελο πες μια καληνύχτα απόψε. Εκείνον που σε ταξιδεύει στον κόσμο των ψευδαισθήσεων... Και σ΄ αυτόν τον κόσμο, δεν είσαι ανεπαρκής …

Δευτέρα 24 Δεκεμβρίου 2007

ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ ...


"Είναι μια λέξη που με έχει σακατέψει ..

Είναι μια λέξη που παντού μ΄ ακολουθεί

και μού ζητάει λογαριασμό βράδυ - πρωί ...

"Γιατί ..." ...

Δεν τη θέλω άλλο πια,

την έχω βαρεθεί ...



Κάλαντα και τρίγωνα ...

Κάθε Χριστούγεννα θυμάμαι ένα παιδί

μεσ' στο θυμό βουτηγμένο,

σ΄ ένα πελώριο "Γιατί ..."...

Ψίθυρος και κραυγή,

πληγή που αιμοραγεί ...

Κάθε στιγμή στη ζωή μου,

ένα μεγάλο "Γιατί ..." ...

Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2007

ΤΟ ΠΑΤΑΡΙ...

Υπήρξε κάποτε ένας άνθρωπος, περαστικός από τη ζωή μου, ο οποίος κέντρισε και αιχμαλώτισε το ενδιαφέρον μου από την πρώτη κιόλας συνάντηση. Η πολυπλοκότητα του χαρακτήρα του με συνάρπασε και πυροδότησε την απόφασή μου να μπω στην περιπέτεια να ανακαλύψω τις πιο κρυφές πτυχές του χαρακτήρα του. Μα παρ΄ όλες τις επίπονες προσπάθειες που κατέβαλα, δεν τα κατάφερα, τουλάχιστον όχι στο βαθμό που θα επιθυμούσα. Εκείνος ο άνθρωπος πάντοτε έβρισκε τρόπους – ηθελημένα και αθέλητα – διαρκώς να με εκπλήσσει, άλλοτε ευχάριστα και άλλοτε πολύ δυσάρεστα…

Έπειτα από αρκετές συναντήσεις που είχαμε οι δυο μας σε «ουδέτερο έδαφος», με προσκάλεσε επιτέλους στο σπίτι του. Ένα κύμα κρυμμένης χαράς με πλημμύρισε καθώς σκεπτόμουν ότι θα είχα έτσι την ευκαιρία να εισβάλω στον κόσμο εκείνου του μυστηριώδους ανθρώπου, μιας και ένα σπίτι, λίγο έως πολύ, αφήνει να διαφανούν αρκετά στοιχεία για την προσωπικότητα του ιδιοκτήτη…

Προς μεγάλη μου απογοήτευση όμως, το σπίτι ήταν απλά το μεγάλο, συνηθισμένο διαμέρισμα ενός πολυάσχολου άνδρα που ζει μόνος: Σε πρώτο πλάνο ένα τεράστιο γραφείο με τοποθετημένο επάνω του έναν Η/Υ, χαρτιά αφημένα παντού, άλλοι υπολογιστές λίγο πιο πέρα. Ακόμη και τα αμέτρητα βιβλία του είχαν διάφορο περιεχόμενο, γεγονός το οποίο δεν άφηνε σε καμία περίπτωση να φανούν έστω οι αναγνωστικές προτιμήσεις του. Αβίαστα θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι ο ιδιοκτήτης είχε φροντίσει να εξαφανίσει προσεκτικότατα κάθε δυνατό ίχνος που θα πρόδιδε, έστω και σε κάποιο βαθμό, το ποιος στην πραγματικότητα ήταν… Έπρεπε όμως πάση θυσία να βρω έναν τρόπο ώστε να μπορέσω να «ανακαλύψω» εκείνον τον άνθρωπο. Και τον βρήκα…

Ως καλός οικοδεσπότης και άριστος γνώστης των κανόνων καλής συμπεριφοράς, θέλησε να με ξεναγήσει στο διαμέρισμά του. Κι όταν πια η μικρή μου ξενάγηση έλαβε τέλος, δε μπόρεσα ν΄ αντισταθώ στον πειρασμό: Ρισκάροντας να αμφισβητηθεί το αν έχω «σώας τας φρένας» , ζήτησα να δω … το πατάρι ! Δεν έχω δει πιο έκπληκτα από την απορία μάτια από τα δικά του ! Κι αυτή του η αντίδραση ήταν βεβαίως απολύτως δικαιολογημένη, αφού δε συνηθίζεται να ζητά κάποιος να δει το πατάρι ενός σπιτιού και μάλιστα στην πρώτη επίσκεψη ! «Πρώτη φορά μού ζητούν κάτι τέτοιο ! » είπε γελώντας. Παρ΄ όλα αυτά όμως, προθυμοποιήθηκε αμέσως να μού επιτρέψει την «είσοδο» σ΄ εκείνον τον τόσο προσωπικό χώρο. Αυτή του η προθυμία με έβαλε σε φοβερές υποψίες, αλλά ταυτόχρονα σκέφθηκα ότι δεν ήταν και η πρώτη φορά που η συμπεριφορά αυτού του ανθρώπου τουλάχιστον με ξένιζε… «Ορίστε ! » μού είπε κατεβάζοντας τη σκάλα, ενώ ένα χαμόγελο εξακολουθούσε να φωτίζει το πρόσωπό του. Προς στιγμήν μού φάνηκε ότι πίσω από εκείνο το χαμόγελο διέκρινα μια δόση ειρωνείας…

Πάντοτε με μαγνήτιζαν οι χώροι όπου θα μπορούσαν να υπάρχουν αφημένα παλιά αντικείμενα, όπως πατάρια, σοφίτες, υπόγεια… Χώροι συνήθως βουτηγμένοι στη σκόνη και στη μοναξιά… Το θαμπό φως και η γλυκιά μυρωδιά του ξύλου που αναδύεται μέσα από μπαούλα ξέχειλα από αναμνήσεις και εφτασφράγιστα μυστικά, μοιάζει να με προσκαλούν σιωπηλά σ΄ ένα μαγικό οδοιπορικό… Και κάθε φορά που μπροστά μου ανοίγεται μια τέτοια πόρτα, αισθάνομαι ως λαθραίος ταξιδευτής έτοιμος να οικειοποιηθεί έστω και για λίγο το δυσδιάκριτο παρελθόν του ιδιοκτήτη. Αισθάνομαι να μετεωρίζομαι στα απομεινάρια του δικού του «τότε»…

Το πατάρι όμως εκείνο δεν έμοιαζε με κανένα άλλο… Για άλλη μια φορά αυτός ο άνθρωπος είχε καταφέρει το λιγότερο να με αιφνιδιάσει...

Έμεινα στήλη άλατος καθώς είδα ότι στο πατάρι δεν υπήρχε απολύτως τίποτε αφημένο, εκτός από δεκάδες … μαριονέτες ! Αυτό ξεπερνούσε κάθε προσδοκία μου ! Ο παρ΄ ολίγον φίλος μου, ο οποίος ποτέ δε μού είχε μιλήσει σχετικά, βλέποντάς με τουλάχιστον να σαστίζω, μού είπε απλά: «Είναι το χόμπι μου» ! Τα χίλια ερωτήματα που αυτοστιγμεί γεννήθηκαν στο μυαλό μου, ζητούσαν άμεσα χίλιες απαντήσεις: Πόσο δύσκολο είναι άραγε να ενσαρκώνει κανείς έναν χαρακτήρα ; Πόσο δύσκολο είναι να μιμείται κινήσεις, να μιμείται φωνές ; Και, κυρίως, πόσο δύσκολο είναι να μιμείται συναισθήματα… Δεν είχα όμως την υπομονή να περιμένω για τις απαντήσεις. Έστρεψα βιαστικά το κεφάλι και άφησα το αδηφάγο βλέμμα μου να περιπλανηθεί στο χώρο…

Ένας ολόκληρος παραμυθένιος κόσμος χωρούσε σ΄ εκείνο το πατάρι. Η κάθε μια από τις μαριονέτες – πραγματικά αριστουργήματα – είχε μιαν αλλόκοτη ζωντάνια στην έκφραση που με μάγεψε… Ένα συναίσθημα λύπης με διαπέρασε φευγαλέα καθώς σκέφθηκα ότι όλες αυτές οι μαριονέτες που βρέθηκαν αναπάντεχα μπροστά μου, περίμεναν στωικά το χέρι του ιδιοκτήτη τους για να κινήσει τα νήματα…

Το τοπίο άρχισε να θολαίνει …

Αισθάνθηκα ξαφνικά ότι η φυσική μου θέση σ΄ εκείνο το σπίτι δεν ήταν στους αναπαυτικούς καναπέδες ν΄ απολαμβάνω τη συζήτηση με τον οικοδεσπότη που – εκτός των άλλων – ήταν κι ένας σπουδαίος συνομιλητής. Συνειδητοποίησα με τρόμο ότι προοριζόμουν για μία θέση δίπλα στις υποταγμένες μαριονέτες. Και για πολλοστή φορά το ένστικτό μου δε με είχε ξεγελάσει - έτσι ήταν...

Ευτυχώς, η σκάλα βρισκόταν ακόμη εκεί… Γιατί, όπως αποδείχθηκε αργότερα, ο παρ΄ ολίγον φίλος μου ήταν ένας αριστοτέχνης του είδους…

Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2007

ΣΟΚΟΛΑΤΕΝΙΕΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΕΣ ...

( «Η αγάπη φυσικώς έχει το μη αιδείσθαι και λαθείν το μέτρον αυτής»... )

Κάποτε, ένας άνδρας έτοιμος να κατακτήσει τον κόσμο και μια γυναίκα στο κατώφλι μιας πρόωρης ωριμότητας, συναντήθηκαν τυχαία στο πάρκο μιας πολυάνθρωπης, γκρίζας πόλης.

Ήταν ένα μεγάλο πάρκο, εντελώς αφρόντιστο, που τη νύχτα μετατρεπόταν σε καθαρτήριο ψυχών για όλους εκείνους που κάποτε επέλεξαν - ή αναγκάστηκαν να επιλέξουν - να ζουν στο περιθώριο… Τα δέντρα έμοιαζαν άρρωστα και τα λιγοστά χορταριασμένα λουλούδια που ήταν πνιγμένα στα σκουπίδια, μάταια προσπαθούσαν να ελευθερώσουν τα χρώματα και τις μυρωδιές τους. Και μόνο τα πρωινά το πάρκο χρησίμευε ως πέρασμα για όλους εκείνους που, καθώς βιάζονταν να φθάσουν στον προορισμό τους, έβρισκαν βολικό το βρώμικο πάρκο για να κάνουν τη διαδρομή τους λίγο πιο σύντομη.

Έτσι κι εκείνη την ημέρα, ο άνδρας διέσχιζε βιαστικά το θλιβερό πάρκο, κρατώντας στο αριστερό χέρι του έναν μαύρο χαρτοφύλακα κι έχοντας κρεμασμένο στον ώμο τον φορητό του υπολογιστή, που ποτέ δεν αποχωριζόταν. Στο δεξί χέρι κρατούσε μια σοκολάτα, έτοιμος να αισθανθεί την υπέρτατη ηδονή που προσφέρει μια σοκολάτα όταν λιώνει σε φιλήδονα χείλη…

Εκείνη, ατημέλητη όπως πάντα, ήταν φορτωμένη με ένα σωρό παρτιτούρες που καταμαρτυρούσαν το πάθος της για τη μουσική. Δεν κρατούσε τσάντα όπως οι περισσότερες γυναίκες. Τα λεφτά και τα τρία-τέσσερα πακέτα τσιγάρα, βρίσκονταν αδιάφορα αφημένα σε κάθε της τσέπη. Παρ΄ όλα αυτά, μπορούσε να κρατάει σχεδόν ευλαβικά, ένα μπουκετάκι από λευκές μαργαρίτες...

Μέσα στη βιασύνη και των δύο, η «σύγκρουση» ήταν αναμενόμενη. Πόσο συνηθισμένος τρόπος αλήθεια για να συναντηθούν δυο άνθρωποι από το πουθενά…

Με μιας οι παρτιτούρες βρέθηκαν στο χώμα. Η ατμόσφαιρα πλημμύρισε στη στιγμή από χίλιες – δυο άυλες μελωδίες… Ραχμάνινοφ, Μότσαρτ, Μπετόβεν, βρέθηκαν να αιωρούνται νωχελικά σε μιαν αβάσταχτη δυσαρμονία με το ακατέργαστο σκηνικό του βρώμικου πάρκου…

«Συγγνώμη» ψέλλισε εκείνος σαστισμένα. Κι αμέσως έσπευσε σπασμωδικά να βοηθήσει την κατάσταση. Η γυναίκα δε μίλησε. «Τι αδέξιος Θεέ μου !» σκέφθηκε, ενώ προσπαθούσε αγωνιωδώς να μαζέψει τις πολύτιμες παρτιτούρες της, που κείτονταν πεταμένες εδώ και ΄κει. Κι όταν πια ήταν σίγουρη ότι καμιά παρτιτούρα δε θα βρισκόταν κάποτε εγκαταλελειμμένη σ΄ εκείνο το πανάθλιο πάρκο, έκανε να φύγει λέγοντας απλά «ευχαριστώ». Μα εκείνος τη σταμάτησε - το τρίτο μέρος από τη «Σονάτα υπό το Σεληνόφως» βρισκόταν μοιραία στα χέρια του. «Με λένε Νίκο», της είπε. «Τι πρωτότυπο όνομα !» είπε μέσα της εκείνη χαμογελώντας κρυφά. Οι εκλεπτυσμένοι τρόποι της όμως δεν της επέτρεψαν να φανεί αγενής. ΄Αλλωστε, και το δικό της όνομα δεν ήταν ασυνήθιστο. «Και μένα με λένε ΄Αννα», συστήθηκε αυθόρμητα.

«Τι θα μπορούσα να κάνω για να επανορθώσω ;» ρώτησε ο τώρα πια «Νίκος», δήθεν συνεσταλμένα.

«Κι άλλη πρωτότυπη ατάκα ! Τώρα θα αιφνιδιάσω αυτόν τον επίδοξο επιβήτορα !», σκέφθηκε σχεδόν φωναχτά εκείνη.

«Ένας περίπατος στη θάλασσα, θα αρκούσε» είπε γελώντας ειρωνικά η ΄Αννα, έχοντας τη βεβαιότητα ότι αυτός ο άγνωστος «Νίκος» θα έβρισκε την ιδέα μάλλον «ανεδαφική» και θα συνέχιζε έτσι την αρχική πορεία του. Φάνηκε όμως πως ήταν η σειρά της πραγματικά να αιφνιδιαστεί : Ο «Νίκος» προθυμοποιήθηκε αμέσως να εκτελέσει την επιθυμία της μ΄ ένα πλατύ χαμόγελο, λες και επρόκειτο για το φυσιολογικότερο πράγμα στον κόσμο εκείνη τη στιγμή ν΄ αφήσουν κι οι δυο τις δουλειές τους και να τρέχουν στις παραλίες ! «Άλλο κι αυτό πάλι !», σκέφθηκε με καχυποψία. Η ανεξέλεγκτη όμως ροπή της προς ο,τιδήποτε εμπεριείχε μυστήριο ή - όπως συνήθιζε ανόητα να λέει - «μαγεία», προέτρεψε για πολλοστή φορά την ΄Αννα να μην αντισταθεί στην πρόκληση. Και τον ακολούθησε…

Καθισμένοι στην ακροθαλασσιά, μιλούσαν ο ένας στον άλλον μ΄ έναν περίεργο, αφύσικο αυθορμητισμό, που δε χαρακτηρίζει ακόμη και τους ανθρώπους εκείνους που έχουν μοιραστεί μεταξύ τους μιαν ολόκληρη ζωή... Και εάν κάποιος τρίτος θα ήταν σε θέση να παρακολουθεί από μακριά εκείνη τη συζήτηση να εκτυλίσσεται, εύκολα θα διεπίστωνε ότι εκείνοι οι δύο άγνωστοι μεταξύ τους άνθρωποι, προσπαθούσαν, προσεκτικά και μεθοδευμένα, να ενσταλάξουν ο ένας στον άλλον συναισθήματα, με μιαν εξαιρετική ευθυβολία… Αυτό όμως που σε καμία περίπτωση δε θα μπορούσε να διαφανεί, ήταν το ποιος από εκείνους τους δύο ανθρώπους έλεγε την αλήθεια και ποιος όχι ...

Έμειναν εκεί ώρες… Σιγά–σιγά, οι φωνές άρχισαν να ραγίζουν. Και μέσα στον παροξυσμό των συναισθημάτων, άρχισε η φωτιά να στάζει στο αίμα…

«Βγάλε τα γυαλιά σου», της είπε. «Κοντεύει να νυχτώσει»…

Κι εκείνος είδε επιτέλους τα μάτια της… Είδε ποια ήταν στην πραγματικότητα η ΄Αννα... Κι όπως ξαφνικά ήρθε, έτσι ξαφνικά κι έφυγε. Κι όλα παραγράφηκαν, σαν μία περιττή παρένθεση σ΄ ένα αδιάφορο κείμενο…

Οι λευκές μαργαρίτες έμειναν να μαραίνονται στα χέρια της ΄Αννας... Μόλις που είχαν προλάβει να γευθούν λίγη από την «υπέρτατη ηδονή που προσφέρει μια σοκολάτα όταν λιώνει σε φιλήδονα χείλη»…

Ποτέ ξανά η ΄Αννα δεν πέρασε από εκείνο το θλιβερό πάρκο… Ποτέ τα πρωινά. Αποφάσισε να το διασχίζει μονάχα τις νύχτες… Σε μιαν αρμονική συνύπαρξη με τους Ραχμάνινοφ, Μότσαρτ, Μπετόβεν… Τον υπόκοσμο και τα ναυάγια… Τουλάχιστον, όλοι αυτοί δε θα είχαν κανέναν λόγο να την παραπλανήσουν ώστε να βγάλει κάποτε σε πλειστηριασμό τα συναισθήματά της…