Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2008

ΦΑΝΤΑΣΙΑ, ΣΕ ΛΑ ΕΛΑΣΣΟΝΑ ...

Έβρεχε καταρρακτωδώς και το κρύο ήταν αβάσταχτο. Η μέρα έμοιαζε με νύχτα εξαιτίας της άνευ προηγουμένου κακοκαιρίας.

Ο χαιρετισμός τους, από τυπικός έως και ψυχρός. Οι λέξεις μετρημένες, το ίδιο και τα βλέμματα. Η κοινή πορεία των δύο αυτών ανθρώπων στο σχετικά πρόσφατο παρελθόν, υπήρξε πολύ σύντομη και μάλλον αδιάφορη. Το μόνο που ίσως γνώριζαν με σιγουριά ο ένας για τον άλλον, ήταν πως επρόκειτο για ανθρώπους που, προκειμένου να ικανοποιήσουν τις όποιες επιθυμίες τους, ήταν σε θέση να καταργήσουν κάθε είδους όριο...

Την άφησε στο ξενοδοχείο της, αφού προηγουμένως όρισαν την ώρα της βραδινής τους συνάντησης. Καθ΄ όλη τη διάρκεια της διαδρομής από το ξενοδοχείο προς το σπίτι του, οδηγώντας μ΄ έναν τρομερό εκνευρισμό, εκείνος σκεπτόταν τι στο καλό ήθελε αυτή η γυναίκα και τον αναστάτωνε κάθε τόσο. Δεν την ήθελε στη ζωή του! Ποτέ δεν υπήρξε ουσιαστικά στη ζωή του και ποτέ δεν επρόκειτο να την αφήσει να εισχωρήσει σ΄ αυτήν, με καμία απολύτως ιδιότητα! Τότε, γιατί δέχθηκε να τη συναντήσει; Να πάρει ο διάολος, ένοιωθε ηττημένος! Αλλά όχι! Σήμερα ήταν η καταλληλότερη ευκαιρία για να της καταστήσει σαφείς τις προθέσεις του επιτέλους! Και μάλιστα όχι με λόγια, αλλά με τη συμπεριφορά του – αυτό μάλλον θα ήταν πιο αποτελεσματικό! Άρα, είχε ακόμη το «πάνω χέρι»!

Εκείνη, άφησε κυριολεκτικά τα πράγματά της να πέσουν στο δάπεδο του δωματίου. Ο φόβος την είχε παγώσει. Αυτό ήταν: Είχε μετανιώσει για την απόφασή της να κάνει αυτό το ταξίδι. Όμως, κατάφερε γρήγορα να τιθασεύσει αυτά τα ταπεινά συναισθήματα που προς στιγμή την κυρίευσαν και που κάθε άλλο παρά τη χαρακτήριζαν. Ούτως ή άλλως, ήταν πολύ εγωίστρια για να παραδεχθεί ότι όντως είχε κάνει λάθος…

Τον προσκάλεσε για φαγητό στο ξενοδοχείο. Εκείνος δεν έδειξε καθόλου ευχαριστημένος, γιατί είχε ήδη σχεδιάσει μια σύντομη έξοδο ώστε να την ξεφορτωθεί όπως – όπως, κι αυτή τόλμησε να του χαλάσει τα σχέδια! Παρ΄ όλα αυτά δέχθηκε την πρόσκληση, αφήνοντας όμως ξεκάθαρα να φανεί η δυσαρέσκειά του.

Κατά τη διάρκεια του δείπνου, η συζήτηση περιστράφηκε γύρω από θέματα ανούσια και αδιάφορα. Οι δυο τους μιλούσαν βαριεστημένα, σχεδόν βεβιασμένα. Η ώρα πέρασε και ήρθε η η αμηχανία να πάρει τη θέση της στο κατά τ΄ άλλα υπέροχα στρωμένο τραπέζι. Τι έπρεπε να κάνουν τώρα; Ήθελαν να πουν ο ένας στον άλλον «καληνύχτα», μα αυτή η «καληνύχτα» δεν ειπώθηκε ποτέ. Αντίθετα, εκείνος πρότεινε να συνεχίσουν κάπου αλλού για ένα ποτό, ενώ μέσα του είχε μετανιώσει ακριβώς την ίδια στιγμή που το πρότεινε. Εκείνη, που ίσως για πρώτη φορά στη ζωή της αισθανόταν εξαιρετικά άβολα μέσα στο αγαπημένο μαύρο φόρεμά της, έγνεψε καταφατικά χωρίς δεύτερη σκέψη.

Τα ποτήρια γέμιζαν, ξανά και ξανά. Το αλκοόλ, εκείνες τις γεμάτες σιωπή και ένταση στιγμές, ήταν η επικίνδυνη διέξοδος στα όσα μυστικά διαδραματίζονταν…

Είχε πάει σχεδόν τρεις και μισή. Εξακολουθούσε να βρέχει καταρρακτωδώς. Η φύση είχε μοιραία αναλάβει να σκηνοθετήσει το έργο εκείνη τη νύχτα…

Άφησαν τα βλέμματά τους να διασταυρωθούν, μονάχα για μια στιγμή. Κι ήταν αυτή η στιγμή αρκετή για να αισθανθούν ότι είχε έρθει η ώρα η δική τους… Δεν είπαν τίποτα. Απλά έφυγαν…

Εκείνος έμοιαζε να βρίσκεται σε πλήρη σύγχυση. Οδηγούσε γρήγορα, νευρικά. Τα φώτα του μπαρ όλο και ξεμάκραιναν πίσω τους. Η βροχή καθιστούσε την ορατότητα σχεδόν αδύνατη. Δεν ήξεραν πού πήγαιναν, δεν τους ενδιέφερε. ΄Απλωσε το χέρι της και άγγιξε το δικό του. Εκείνος δεν αντέδρασε, συνέχισε να οδηγεί ολοένα και με μεγαλύτερη ταχύτητα. Όλα τριγύρω έχασαν σταδιακά το σχήμα τους, έγιναν θολά, ακαθόριστα. Οι ήχοι φυλακίστηκαν στο κενό και μόνο η εκκωφαντική μουσική είχε γίνει ένα με το λαχάνιασμά τους. ΄Ιλιγγος. Άφησε το χέρι της να περιπλανηθεί στο κορμί του, με ένα χάδι τρυφερό στην αρχή, διεκδικητικό μετά, πρόστυχο, αρρωστημένο, απελπισμένο… Και μόνο μια σκέψη βούιζε στο κεφάλι της ξανά και ξανά «όλα ή τίποτα, όλα ή τίποτα…». Εκείνος δεν την εμπόδισε, μόνο πάτησε κι άλλο το γκάζι, μέσα σ΄ ένα πυκνό σκοτάδι…

-------------------------------

Προσπαθώ μάταια να θυμηθώ ποιος είπε ότι ο έρωτας είναι το χειρότερο από τα ανθρώπινα πάθη, γιατί υποδουλώνει ταυτόχρονα και τον νου, και την καρδιά, και το σώμα... Μάταια όμως...

Πέμπτη 2 Οκτωβρίου 2008

ΕΝΑ ΓΡΑΜΜΑ, ΠΟΥ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΘΑ ΔΙΑΒΑΣΕΙΣ...

Αγαπημένε μου, κάποτε, Λ.............

Ήρθες και χθες…

Χτυπώντας επίμονα την πόρτα μου τα μεσάνυχτα, ήρθες για πολλοστή φορά να με καταδυναστεύσεις. Ζητώντας μου, εκτός των άλλων, να σου χαρίσω και κομμάτια της πολύτιμης μοναξιάς μου, μιας μοναξιάς που έμαθα να βιώνω με απόλυτη αξιοπρέπεια – γιατί η μοναξιά προϋποθέτει αξιοπρέπεια ξέρεις… Ίσως και να αισθάνεσαι ηδονή βασανίζοντάς με…

Και γι΄ ακόμη μια φορά μού ΄πες πως «μ΄ αγαπάς». Μ΄ έναν έρωτα νοσηρό, που γεννήθηκε στο σκοτάδι…

Κι αφού λοιπόν λες πως «μ΄ αγαπάς», βρες μου έναν τρόπο να διαγράψω όλες εκείνες, τις αμέτρητες φορές, που για να οδηγήσω την μοναξιά μου στην τελείωση, χρειάστηκε να αυτοαναιρεθώ ξανά και ξανά – ξέρεις πόσο οδυνηρό είναι αυτό;

Κι αφού λοιπόν λες πως «μ΄ αγαπάς», δείξε μου τον τρόπο να διαγράψω τη φρικιαστική εικόνα μου, όταν περιέφερα με μιαν ασυγχώρητη αδιαφορία το σαρκίο μου, δίνοντας την αίσθηση του θανάτου…

Κι αφού λοιπόν λες πως «μ΄ αγαπάς», δείξε μου τον τρόπο να διαγράψω από τη μνήμη μου τον εμπαιγμό που αναγκάστηκα να υποστώ, όταν εξύμνησα ως ιδεώδεις υπάρξεις πλάσματα που δημιουργήθηκαν στην αρρωστημένη φαντασία μου, από ανάγκη και μόνο …

Κι αφού λοιπόν λες πως «μ΄ αγαπάς», δείξε μου τον τρόπο να διαγράψω από την ψυχή μου τις φορές που αναγκάστηκα να καθηλωθώ μπροστά σε μαύρες οθόνες εκλιπαρώντας για λίγες λέξεις από ασήμαντα ανθρωπάκια… Δείξε μου τον τρόπο να πάρω πίσω τα μυστικά μου, που με δόλιους τρόπους κάποιοι υπάνθρωποι μου απέσπασαν…

Είσαι ο αίτιος, βρες μου τις λύσεις λοιπόν…

Όμως, πρέπει και να σ΄ ευχαριστήσω: Μέσα απ΄ όλη αυτήν τη διαδικασία της πλήρους διάλυσης, μπόρεσα να ολοκληρώσω την ομορφιά μέσα μου…

Άνθρωπος των προκλήσεων εγώ, δούλος πιστός των παθών μου, λάτρης και μύστης των απολαύσεων της σάρκας, αυτοπροσδιορίσθηκα και κατάφερα να απαρνηθώ το εγώ μου. Σ΄ ευχαριστώ, γιατί μ΄ έκανες δυνατή, κομματιάζοντάς με – και πόσο αντιφατικό είναι αυτό…

Ναι, σ΄ αγάπησα πολύ... Μοιράστηκα μαζί σου εμπειρίες μοναδικές και ανεπανάληπτες, χρόνια όμορφα... Μα πια, δεν μπορώ, δεν θέλω, να προφέρω τη φράση «σ΄ αγαπώ» - ούτως ή άλλως, είναι λίγη, μικρή, χιλιοειπωμένη…

Κι αν κάποτε θα είχα την τύχη να αισθανθώ ξανά αυτό που οι πολλοί λένε «αγάπη», θα το εξέφραζα λέγοντας απλά έναν στίχο από ένα ποίημα του Ρίτσου:

«Βύθισέ με στο σκότος σου… Θέλω να σε καταλάβω…».

Απαιτεί αυταπάρνηση, αυτοπροσφορά, για να θελήσεις να βυθιστείς στα σκοτάδια του άλλου… Κι είναι αλήθεια τόσο λίγοι εκείνοι που διαθέτουν το ψυχικό σθένος και το μεγαλείο για να το κάνουν…. Κι εσύ, ποτέ δεν ανήκες σ΄ αυτούς τους λίγους…

Δεν θέλω να σε δω ποτέ ξανά…

Καλή σου νύχτα…

Σάββατο 27 Σεπτεμβρίου 2008

ΜΙΑ ΣΧΕΔΟΝ ΟΜΟΡΦΗ ΜΕΡΑ ...

(Μια Πέμπτη, κάπου στα μέσα του Σεπτέμβρη...)


Πρωινό ξύπνημα περίπου στις οκτώ.

Σηκώνομαι κουρασμένη – χθες κοιμήθηκα αργά. Σχεδόν στα τυφλά κατευθύνομαι προς την κουζίνα για το πρωινό μου – ζεστό γάλα με μέλι – απόλαυση! Το πρώτο μου τσιγάρο, και το δεύτερο, και το τρίτο. Και τώρα, ώρα για το πρωινό καυτό μπάνιο μου – αγαπημένη συνήθεια…

Ωχ! Διακοπή ρεύματος! Φτου! Πώς θα κάνω τώρα το μπάνιο μου; Ο συγκεκριμένος χώρος δεν έχει παράθυρο ώστε να φωτίζεται από το φως της ημέρας. Ψυχραιμία. Επιστρατεύω τα κεριά μου – δεν είναι κι άσχημα (και θά ΄ταν ακόμη καλύτερα εάν είχα συντροφιά…).

Ανοίγω διάπλατα τα παράθυρα στην κρεβατοκάμαρά μου, με τραβηγμένες τις κουρτίνες βέβαια. Ντύνομαι γρήγορα – μαύρο τζιν παντελόνι, μαύρη εξώπλατη μπλουζίτσα (ασφαλώς και όλα μαύρα – μέσα κι έξω!). Ευτυχώς, δεν συνηθίζω να μακιγιάρομαι και να φτιάχνω μαλλιά πρωινιάτικα. Αναχώρηση για το γραφείο.

Περιμένοντας για ταξί βλέπω μια μηχανή να ΄ρχεται κατά πάνω μου. «Θα με σκοτώσει ο μαλάκας!» σκέπτομαι και ενστικτωδώς κάνω πίσω. Περνώντας από μπροστά μου ο οδηγός, μού λέει «Παιδί μου, το μπούστο σου !». Το ποιο; Το μπούστο μου; Κατά καιρούς ακούω διάφορα στο δρόμο, αλλά αυτό το ακούω για πρώτη φορά! ΄Ακου το … «μπούστο» μου! Με εξέπληξε που ένας άντρας γνώριζε τη λέξη «μπούστο» αλλά μού φάνηκε και άκρως γελοίο να χρησιμοποιείται η συγκεκριμένη λέξη για … καμάκι! Μέσα μου σκέπτομαι «Ρε βλάκα, εάν κοίταζες το πρόσωπό μου και όχι τα βυζιά μου, θα έβλεπες ότι κοντεύω να περάσω … στη δεύτερη εφεδρεία !». ΄Αντρες …

Επιτέλους, ταξί. «Καλημέρα. Αθήνα παρακαλώ». Ευτυχώς, ο ταξιτζής δεν είναι φλύαρος. Απ΄ το ραδιόφωνο ακούγεται ο εκφωνητής των ειδήσεων του «Sky» που λέει για κάποιες στάσεις εργασίας, για κάποιες κινητοποιήσεις στο κέντρο, κλπ. – τα γνωστά δηλαδή. Σκέπτομαι ότι θα συναντήσω κίνηση στο δρόμο κι αρχίζω να αγχώνομαι. Όμως ψυχραιμία, θα δούμε. Μα τι να δούμε χρυσή μου! Στους δρόμους επικρατεί το λιγότερο πανικός! (θα χρησιμοποιούσα εδώ τη λέξη «κόλαση», αλλά είναι από τις αγαπημένες μου…). Ανασαίνω, ξανασαίνω, το ίδιο και ο οδηγός. Μετά από πολλή ώρα, φτάνω επιτέλους στον προορισμό μου.

Αφήνω βιαστικά τα πράγματά μου – τσιγάρα, κινητά, κλειδιά, λεφτά - πάνω στο γραφείο, κι ετοιμάζομαι, μετά από μια βαθιά ανάσα να απολαύσω την πρώτη μου γουλιά από το φρέσκο δροσερό μου γάλα (κι άλλο γάλα). Μα το κουτί με το γάλα βρίσκεται ξαφνικά πεσμένο στην επιφάνεια του γραφείου μου ως δια μαγείας (μάλλον ως δια … μαλακίας!). Τι να πρωτοσώσω; Χαρτιά, πληκτρολόγια, κινητά, λεφτά, κλειδιά, όλα κολυμπάνε στο γάλα! Γαμώ την ατυχία μου! Δεν άρχισε καλά η μέρα μου! Καθαρίζω όπως-όπως κι αρχίζω να δουλεύω (μαρτύριο να κάνεις μια δουλειά που σιχαίνεσαι…).

Ο θόρυβος που προκαλείται από το κυκλοφοριακό χάος που επικρατεί στη λεωφόρο δοκιμάζει τις αντοχές μου, προσπαθώ όμως να συγκεντρωθώ στη δουλειά μου. Οι ώρες περνούν, πείνασα. Το πρωί είχα πετάξει όπως – όπως στο σακίδιό μου ένα άψητο τοστ από μαύρο ψωμί, με μαρούλι, τόνο και μαγιονέζα. Αυτό το «όπως – όπως» όμως με κατέστρεψε! Το τοστ δραπέτευσε από το polybag και τα πράγματά μου έγιναν χάλια: Τα πακέτα τσιγάρα, η ατζέντα μου (επιμένω κλασσικά στην ατζέντα κι όχι στο πέρασμα αριθμών στο κινητό), τα λεφτά μου (αχ! Πότε θα μάθω να χρησιμοποιώ πορτοφολάκι όπως όλος ο κόσμος ! ) και τέλος το τετράδιό μου – ό,τι πολυτιμότερο υπάρχει στο σακίδιό μου γιατί εκεί μέσα γράφω ό,τι μού ΄ρχεται ανά πάσα στιγμή. Πλέον ξεχνώ τους καλούς μου τρόπους κι αρχίζω να βρίζω χυδαία. Την ώρα που προσπαθώ να καθαρίσω ό,τι και όπως μπορώ, νά ΄σου και ο διευθυντής. Η διαίσθησή μου μού λέει ότι δεν πρόκειται για την καθημερινή ηλίθια βολτούλα του από το γραφείο μου. «Το Σαββατοκύριακο πας Κέρκυρα» μού λέει. Νά ΄το ! «Μα πώς» λέω «αφού έχει ήδη κανονιστεί να πάει ο τάδε. Δεν μπορώ να λείψω αυτό το Σαββατοκύριακο». «Δεν γίνεται» μού απαντά. «Τη συγκεκριμένη δουλειά δεν μπορεί να την κάνει ο τάδε, πρέπει να πας εσύ» κλπ. κλπ. κλπ. Γαμώ το κέρατό μου! Μου αρέσει πολύ η Κέρκυρα, και γνωστούς έχω εκεί που θα χαρούν να με δουν, και για το παστιτσάδο τρελαίνομαι, αλλά αυτό το Σαββατοκύριακο ήθελα να μείνω στο σπιτάκι μου να ξεκουραστώ επιτέλους, ψυχικά και σωματικά! Μού κόπηκε η όρεξη για φαγητό. Δεν μπορώ να δουλέψω άλλο, μαζεύω βιαστικά τα πράγματά μου και φεύγω.

Παρ΄ όλο που σήμερα έχει δροσιά, εντούτοις η ατμόσφαιρα είναι αποπνιχτική. Περνάω απέναντι για ταξί. Ευτυχώς, η κάθοδος φαίνεται πιο ήρεμη – νομίζω όμως! Σήμερα η κάθοδος είναι χειρότερη απ΄ την άνοδο! Κι ο ταξιτζής φλύαρος του κερατά! Πόσο γελοίος μπορεί να γίνει ένας άντρας όταν προσπαθεί να φλερτάρει! «Σας παρακαλώ» του λέω όσο πιο ευγενικά και διακριτικά γίνεται. «Δεν είναι κι η καλύτερή μου μέρα σήμερα». Και μέσα μου «Άντε γαμήσου!». Η κίνηση απερίγραπτη – μα τι στο καλό – μήπως συνέβη κάποιο ατύχημα; Όχι δικέ μου! Απλά, δυο – τρία χιλιόμετρα παρακάτω ένα κολομάγαζο έχει εγκαίνια! Διπλοπαρκαρισμένα αυτοκίνητα – άκουσον άκουσον - μέχρι και πούλμαν παρκαρισμένα στη λεωφόρο και μάλιστα σε ώρα αιχμής!. Κυράτσες – και όχι μόνο – φορτωμένοι όλοι με σακούλες, κούτες και κουτάκια! «Κρίση στην παγκόσμια οικονομία, που έχει επίπτωση στα ελληνικά νοικοκυριά». Πούτσες! Όλοι είναι φορτωμένοι με ψώνια και τα νεύρα μου τέλια !

Φτάνω σπίτι – ανάσταση! Βιάστηκα όμως να … αναστήσω: Ψάχνω κλειδιά, τίποτα - τα ξέχασα στο γραφείο! Τα μπινελίκια δίνουν και παίρνουν! Χτυπάω κουδούνια, απάντηση καμία. Τι διάολο, όλοι λείπουν; Και τότε βλέπω κολλημένο στο τζάμι της εισόδου χαρτί της ΔΕΗ που ειδοποιεί για τη διακοπή ρεύματος μέχρι και τις επτά το απόγευμα. Το πρωί, μέσα στη βιασύνη μου, δεν το είδα. Γι΄ αυτό κι οι γείτονες δεν ακούν τα κουδούνια. Προσπαθώ να τηλεφωνήσω σε κάποιον από αυτούς για να κατέβει να μού ανοίξει, αλλά τα πλήκτρα των κινητών κολλάνε απ΄ τα γάλατα, τις μαγιονέζες και τα μαρούλια ! Με κάποια προσπάθεια τα καταφέρνω επιτέλους – ένας γείτονας κατεβαίνει και μού ανοίγει.

Φτάνω στον όροφό μου – κατάπληξη: Κι άλλο κολλημένο χαρτί, στην πόρτα μου αυτή τη φορά: «Ενώπιον κάθε αρμοδίου δικαστηρίου και αρχής, εξώδικος καταγγελία και πρόσκληση». Τι είναι αυτό πάλι; Κατάλαβα! Τράπεζα, κάρτες, δόσεις – το γνωστό τρίπτυχο. Αφού όμως το θέμα έχει τακτοποιηθεί, τι δουλειά έχει αυτό το χαρτί στην πόρτα μου; Και πώς κατάφερε ο δικαστικός κλητήρας να ανεβεί στον όροφό μου, αφού, λόγω της διακοπής ρεύματος, τα κουδούνια δεν χτυπούσαν; Προφανώς συνάντησε τυχαία κάποιον στην είσοδο και του άνοιξε. «Πάλι ρόμπα έγινα» σκέπτομαι. «Μ΄ έχουν που μ΄ έχουν στη μπούκα οι γείτονες λόγω της μουσικής που ακούω στο τέρμα, πόσο μάλλον τώρα! Τα κουτσομπολιά θα δίνουν και θα παίρνουν πίσω από τις κλειστές πορτούλες τους». Ουδόλως όμως μ΄ απασχολεί – τους έχω γραμμένους. Ποτέ δε μ΄ ένοιαξε για το τι θα πει ο κόσμος…

Κάνω ένα μπάνιο όπως – όπως και πέφτω για ύπνο.

Ωρα οκτώ και μισή περίπου. Ξυπνάω – το ρεύμα επανήλθε. Ωραία! Παίρνω μια μπανάνα και κατευθύνομαι προς τη βεράντα μου. Απλώνομαι σε μία από τις αναπαυτικές πολυθρόνες μου καταβροχθίζοντας κυριολεκτικά τη μπανάνα – είμαι νηστική από το πρωί. Τώρα που είμαι ήρεμη, σκέπτομαι ότι η προοπτική του ταξιδιού στην Κέρκυρα δεν φαντάζει και τόσο άσχημη.

«Και τώρα τι να κάνω για να περάσει η ώρα; Δεν περιμένω τίποτα και κανέναν…».

Τελικά, διαπιστώνω, η μέρα μου ήταν μια σχεδόν όμορφη μέρα εάν τη συγκρίνω με τη νύχτα που απειλητικά πλησιάζει. Εάν τη συγκρίνω με το φρικτό μου σκοτάδι που θα με γεμίσει ξανά από ουσιαστικά άγχη, βαθιές απογοητεύσεις και ατέλειωτες, τυραννικές σιωπές… Σκατά …

Πέμπτη 18 Σεπτεμβρίου 2008

Η ΣΥΜΠΤΩΣΗ ...

("Θέλω να φιλήσω τα σημάδια σου...
Εκείνα στα χέρια σου...
Κι εκείνα της ψυχής σου...")
«Γεια σου» της είπε.
Η φωνή του αντήχησε στ΄ αυτιά της ξαφνιάζοντάς την. Ακαριαία σκέφτηκε πως δεν είναι δυνατόν ο άνθρωπος εκείνος να βρίσκεται εκεί. Μάλλον η ατμόσφαιρα σ΄ εκείνο το γεμάτο από θλιβερές αναμνήσεις μπαρ, τα ποτά, η μοναξιά και η οδύνη για όσα ήθελε και δεν θα μπορούσε ποτέ να έχει, ίσως ακόμη και το «Abracadabra» του Steve Miller, να την είχαν οδηγήσει σ΄ αυτήν την παράκρουση. Ίσως και η διάθεση της συνείδησης για μια άνευ όρων παράδοση στις ψευδαισθήσεις, ίσως ακόμη και η μονομανία, η απόλυτη προσήλωση σε μια νοσηρή κατάσταση...

Η κίνησή της να στρέψει το βλέμμα της και να τον κοιτάξει ήταν καθαρά ανακλαστική, αφού στον νου και στην ψυχή της είχαν γίνει αυτόματα όλες εκείνες οι εσωτερικές διεργασίες, ώστε σε κλάσματα δευτερολέπτου να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι λάθος άκουσε. Όμως δεν ήταν έτσι - αυτός ο άνθρωπος στεκόταν μπροστά της, πιο αληθινός κι απ΄ τον αγέρα και την αλμύρα της αγριεμένης θάλασσας, που απλωνόταν προκλητικά όμορφη λίγο πιο πέρα…

Εκείνος κοντοστάθηκε για λίγο, διαπερνώντας την με ένα κυριολεκτικά εξεταστικό, σχεδόν προσβλητικό βλέμμα. Φαινόταν αιφνιδιασμένος: Όχι, αυτή δεν ήταν η γυναίκα που είχε γνωρίσει πριν από καιρό. Εκείνη που τότε είχε βρεθεί τυχαία στο δρόμο του δεν ήταν βέβαια μια γυναίκα στην πρώτη της νιότη, δεν ήταν όμορφη, ήταν απλά συμπαθητική, μα, όπως και νά ΄χε, η γυναίκα που στεκόταν τώρα μπροστά του δεν είχε καμία σχέση μ΄ εκείνη του τότε. Αυτή εδώ ήταν ταλαιπωρημένη, κουρασμένη, στο πρόσωπό της είχαν αρχίσει να διαγράφονται οι πρώτες ρυτίδες. Και τα χέρια της ήταν χέρια μιας μάλλον μεγάλης γυναίκας. Το όλο παρουσιαστικό της μαρτυρούσε μια τέλεια αυτοεγκατάλειψη.

«Μα είναι δυνατόν;» αναρωτήθηκε μέσα του. Πώς άλλαξε έτσι αυτή η γυναίκα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα; Όχι, δεν είναι δυνατόν, έκανα λάθος…».

«Συγνώμη, λάθος» της είπε και απομακρύνθηκε περνώντας απαλά το χέρι στη μέση της κοπέλας που συνόδευε. Ήταν μια πολύ όμορφη νεαρή γυναίκα κι εκείνος έδειχνε πολύ ερωτευμένος μαζί της.

Η άλλη δεν είπε τίποτα. Άναψε ένα τσιγάρο κι έφυγε βιαστικά από το μπαρ με το κεφάλι σκυφτό. Έμοιαζε νά ΄θελε απεγνωσμένα να κρυφτεί, ώστε να μην εκτίθεται στο απαξιωτικό βλέμμα κανενός…

Ο νεαρός άντρας οδήγησε ευγενικά την κοπέλα του σ΄ ένα τραπεζάκι στο βάθος, εξακολουθώντας να την κρατά τρυφερά από τη μέση. Με φωνή γεμάτη λαγνεία τη ρώτησε τι θα πάρει, της έδωσε το πιο γλυκό φιλί του στο ημίφως κι αφέθηκε ξέγνοιαστος να βυθιστεί στη ζάλη του έρωτα και της ευτυχίας του. Ξαφνικά, τη στιγμή ακριβώς που έφερνε το ποτήρι στα χείλη του, συνειδητοποίησε ότι στο χέρι της γυναίκας που πριν από λίγο είχε συναντήσει στη μπάρα, υπήρχαν κάποιες χαρακτηριστικές ουλές. Θα ορκιζόταν ότι τις ίδιες ουλές είχε κι η γυναίκα που πριν από καιρό συνέβη να γνωρίσει.

«Σύμπτωση» σκέφτηκε και ήπιε ανέμελα μια γερή γουλιά βότκας. Ευτυχώς, μια γερή δόση βότκας, έχει κατά περιπτώσεις τη μαγική ιδιότητα να εξαφανίζει ανώδυνα όλων των ειδών τα σημάδια. Ακόμη και τα σημάδια της ψυχής… Κι εκείνα της συνείδησης...

Παρασκευή 15 Αυγούστου 2008

"ΕΥΤΥΧΙΑ ΕΣΤΙ..."



Πέρασαν χρόνια πολλά από τότε που αποπειράθηκα να φτιάξω το πρώτο – και μοναδικό - λεύκωμά μου. Ήμουν τότε 14 ετών και θυμάμαι με πόση λαχτάρα είχα ξεκινήσει την προσπάθειά μου εκείνη, επιστρατεύοντας κατ΄ αρχάς τη φαντασία μου, που κάλπαζε από τότε…

Το λεύκωμα – το οποίο ασφαλώς φυλάω μέχρι και σήμερα ως κόρη οφθαλμού - εκτός από τις κλασικές ερωτήσεις, περιελάμβανε και ερωτήσεις – ταμπού για την εποχή του και βεβαίως για το νεαρό της ηλικίας μου. Αυτός ήταν και ο λόγος που το λεύκωμά μου – 400 φύλλων παρακαλώ ! – πέρασε από εκατοντάδες χέρια και έγινε … διάσημο σ΄ ολόκληρο το σχολείο και όχι μόνο. Θα περίμενε κανείς να σταθώ σ΄ εκείνες τις «απαγορευμένες» ερωτήσεις, μα δεν θα είχε νόημα κανένα. Οι «κλασικές» ερωτήσεις είναι εκείνες που ουσιαστικά μένουν αναπάντητες ή έχουν τόσες απαντήσεις, όσες και οι άνθρωποι πάνω στη γη…

Ξεφυλλίζοντας τις χιλιογραμμένες κιτρινισμένες σελίδες του πριν από μερικές ημέρες, με έκπληξη διαπίστωσα ότι στις - κυριολεκτικά μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού - «καθιερωμένες» ερωτήσεις, δεν συμπεριλαμβανόταν η ερώτηση «Τι Εστί Ευτυχία». Προς στιγμήν αναρωτήθηκε πώς μού είχε «ξεφύγει» τότε μια τόσο σημαντική ερώτηση...

Από οποιαδήποτε οπτική γωνία κι αν εξετάσει κανείς την έννοια ευτυχία, όπως κι αν την ορίζει ο καθένας, είναι κοινώς αποδεκτό ότι θα καταλήξει στο συμπέρασμα πως αυτή δεν έχει διάρκεια. Ακόμη κι η εκπλήρωση των επιθυμιών, η πραγματοποίηση των ονείρων, η επίτευξη των στόχων, η επαλήθευση των προσδοκιών, προσφέρουν μονάχα μια σύντομη γεύση της ευτυχίας. ΄Επειτα από αυτό, η ζωή απλά συνεχίζεται με μια βαθιά αίσθηση ικανοποίησης. Το μεγαλειώδες εκείνο συναίσθημα που μεταμορφώνει προς στιγμήν τον άνθρωπο σε έναν μικρό παντοδύναμο Θεό, διαρκεί μονάχα μερικές στιγμές…

Ανέκαθεν υπήρξα ένας εξαιρετικά ολιγαρκής άνθρωπος. Απλά πράγματα όπως η θάλασσα, η βροχή, μια μελωδία, ένα ποτό, μια ουσιαστική συζήτηση με έναν φίλο μέχρι το χάραμα, μπορούσαν να συνιστούν κατά καιρούς τη δική μου ευτυχία. Σε μια κρίση αυτογνωσίας όμως, με τρόμο διαπίστωσα ότι αυτοχαρακτηρίζομαι ως «ολιγαρκής» γιατί στην πραγματικότητα ποτέ δεν απέκτησα την ικανότητα να αισθάνομαι πραγματικά ευτυχισμένη. ΄Ισως γι΄ αυτό να ευθύνονται κάποιοι που, από παιδί ακόμη, μ΄ έμαθαν ότι δεν δικαιούμαι να ζητάω, να διεκδικώ, παρά μονάχα να δίνω, έστω κι αν αυτό σήμαινε τον βρώμικο εκβιασμό των δικών μου επιθυμιών… Γι΄ αυτό λοιπόν και η ερώτηση «Τι Εστί Ευτυχία» παραλείφθηκε τότε – συνειδητά ή υποσυνείδητα - από το κατά τ΄ άλλα σπουδαίο λεύκωμα των 14 χρόνων μου…

Παρ΄ όλα αυτά, τόλμησα επιτέλους να ζητήσω κάτι παραπάνω για μένα, για την ευτυχία μου, όπως εγώ την ορίζω για τον εαυτό μου. Κι αυτό το κάτι δεν ήταν παρά μια καλημέρα… Και μια καληνύχτα…
«Η ευτυχία μερικές φορές μπορεί να κοστίζει ακριβά» - χιλιοειπωμένη, κοινότυπη φράση... Ταυτόχρονα όμως φράση γεμάτη αλήθεια και δύναμη, που επιβεβαιώνονται μέσα από τη διαχρονικότητά της… Κι εγώ, στην προκειμένη περίπτωση, δεν διαθέτω το αντίτιμο... Γιατί μεταξύ της "Καλημέρας" και της "Καληνύχτας" που τόλμησα να ζητήσω, παρεμβάλονται χρόνια ολόκληρα… Κι ο χρόνος, ούτως ή άλλως, δεν αγοράζεται… Ιδιαίτερα όταν ταυτίζεται με την έννοια "ευτυχία" ...

Σάββατο 19 Ιουλίου 2008

ΑΝΟΜΕΣ ΗΔΟΝΕΣ...

(Μερικά τετραγωνικά ο κόσμος μου τούτη τη νύχτα...)

Μαύρα σεντόνια, μαύρα ρούχα… Ένα αγαπημένο τραγούδι, αμέτρητα ξύλινα μολύβια… Το πρόσωπό μου, το κορμί μου... Κι ένας δρόμος, ο ίδιος κάθε φορά…

Ψάχνω στον ουρανό, στις λευκές διαχωριστικές γραμμές που καταπίνονται απ΄ την καυτή αδηφάγα άσφαλτο, ψάχνω στην απειλητική οροφή του δωματίου μου, στ΄ αυλάκια του βυνηλίου που πλημμυρίζουν από θύμησες…

Το ταξίδι στο άγνωστο προσκαλεί τις αισθήσεις μου να διεγερθούν… Ανατριχίλα, ταχυπαλμία, λαχάνιασμα, ιδρωμένες παλάμες, τρικυμισμένη θάλασσα. Τα ένστικτα υπαγορεύουν την κίνηση. Είναι όμορφα εδώ, μοιάζει με θάνατο... Αρνούμαι τη στιγμή αυτή να διακρίνω το σωστό από το λάθος… Παραμερίζω τη λογική μου κι αισθάνομαι ελεύθερη… Τώρα πια δεν υπάρχει επιστροφή... Είναι όμορφα εδώ…

Το λευκό, με μια διεστραμμένη ηδυπάθεια, εμφανίζεται αργά και πρόστυχα κάτω από το μαύρο. Με τα δάχτυλά μου πνίγω την αλήθεια και την ελεεινή μου πραγματικότητα. Αυτή τη στιγμή ακυρώνω ό,τι με συνέχει ως άνθρωπο με νου και παραδίδομαι αμαχητί στη συσκότιση της κρίσης μου. Σ΄ αυτήν την παραπλάνηση, σ΄ αυτό το παραμύθι, τώρα θα ειπωθούν τ΄ ανείπωτα…

Φωτιά... Τρέλα...

Στρόβιλος και βουητό και ζάλη και παραφορά. Μοιάζει ήχος απόκοσμος το όνομα εκείνο… Κρυμμένη ντροπή… Συνέχεια…

Πάθος, πόθος, νοσταλγία αφόρητη, λυγμοί. Ω τρέλα μου, ωραία και μοναδική ! Αναστεναγμέ μου, κοφτή ανάσα μου… Χάνονται τα σχήματα, τα νοήματα… Καταιγισμός αισθήσεων… Συγκλονίζομαι... Όλα γίνονται κραυγή. Ω τρέλα μου!

Και ο κόλαφος… Και το τέλος…

Η φθίνουσα πορεία μου διαγράφεται με τεθλασμένες γραμμές στον καθρέφτη, συνθλίβοντας τ΄ όνειρο… Τα μαύρα σεντόνια σκεπάζουν βιαστικά τη γύμνια. Ρυτιδωμένο πρόσωπο, ρυτιδωμένη ψυχή… Αποστροφή... Σωρός τ΄ αποτσίγαρα… Σ΄ ένα βρώμικο παιχνίδι κανείς δεν δικαιούται να οριοθετεί τα «πρέπει»… Δεν έχει νόημα…

Εσύ καταλαβαίνεις, έτσι δεν είναι; «Και ο παράφρονας και ο εραστής και ο ποιητής, από φαντασία είναι φτιαγμένοι» είπε ο Σαίξπηρ…

Εσύ ξέρεις, έτσι δεν είναι;


Τρίτη 15 Ιουλίου 2008

ΟΙ ΣΥΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ...

f (χ) = ...

Ως μαθήτρια, ουδέποτε συμπάθησα την άλγεβρα. Αντίθετα στην τριγωνομετρία – που υποτίθεται είναι ένα μάλλον δύσκολο κεφάλαιο των μαθηματικών του Λυκείου - υπήρξα πάντοτε άριστη. Παρ΄ όλα αυτά και στην άλγεβρα τα κατάφερνα πάρα πολύ καλά – δε βαθμολογήθηκα ποτέ με βαθμό κάτω του 18. Η διαφορά είναι ότι τώρα, πολλά χρόνια αργότερα, ό,τι διδάχθηκα στην τριγωνομετρία μοιάζει σαν να το διδάχθηκα χθες ακόμη, ενώ ό,τι διδάχθηκα στην άλγεβρα, σήμερα θα έπρεπε να ξεφυλλίσω τα βιβλία μου ξανά ώστε να τα θυμηθώ. Ένα από τα ξεχασμένα κεφάλαια της άλγεβρας, είναι οι συναρτήσεις. Πού νά ΄ξερα τότε την εφαρμογή που θα έβρισκε το συγκεκριμένο κεφάλαιο στη μετέπειτα ζωή μου…

Στην πορεία λοιπόν «διδάχθηκα» ότι τα πάντα βρίσκονται σε άμεση συνάρτηση απόλυτων τιμών: Π.χ. τι γνώσεις διαθέτεις; Και οι γνώσεις σου – που προφανώς βρίσκονται σε συνάρτηση με τις σπουδές σου – από πόσα πτυχία επιβεβαιώνονται; Όσο περισσότερα πτυχία διαθέτεις, τόσο το καλύτερο! Προσλαμβάνεσαι! Εμάς μας ενδιαφέρουν μονάχα τα πτυχία σου – η προσωπικότητά σου ουδόλως μας απασχολεί! Δε πα να μην έχεις ιδέα τού τι σημαίνει ευθύνη, ευσυνειδησία, εξυπνάδα, τσαμπουκάς, ρίσκο… Στα χαρτιά σου και μόνο δίνουμε έμφαση εμείς!

Και το κοινωνικό σου status σε τι επίπεδα βρίσκεται; Εάν τα επίπεδα είναι ικανοποιητικά – ω, ναι ! τότε κάνεις για φίλος μου. Τι σημασία έχει κι αν είσαι ένας αριβίστας του αισχίστου είδους! Ένας τυχάρπαστος μεγαλόσχημος μαλάκας! Τι σημασία έχει εντέλει κι αν δεν γνωρίζεις στο ελάχιστο τι σημαίνει «μοιράζομαι»…

Και, για να δω – προσεκτικά και διακριτικά - τα κλειδιά του αυτοκινήτου σου: Ουάου! Διαθέτεις Mercedes! Σίγουρα πηδάς ωραία εσύ! Και βεβαίως πληροίς όλες τις προϋποθέσεις για γκόμενός μου ή, γιατί όχι, και για σύζυγός μου – τι τύχη! Το αν είσαι αστοιχείωτος και εμετικός δεν με αφορά! Κι ακόμη λιγότερο με αφορά το αν έννοιες όπως αγάπη, αμοιβαία υποχώρηση, σεβασμός, κατανόηση, σού είναι παντελώς άγνωστες. Τα φράγκα αρκούν για την επίτευξη της απόλυτης ευτυχίας…

Και τι σωματικά προσόντα διαθέτεις; Για να δούμε: Ύψος, στήθος, μέση, περιφέρεια – αναλογίες τέλειες! Προσόντα τα οποία οπωσδήποτε θα πρέπει να βρίσκονται σε άμεση συνάρτηση με το νεαρό της ηλικίας σου! Μού κάνεις λοιπόν καλή μου! Ποιος νοιάζεται τώρα για τον «πλούσιο εσωτερικό σου κόσμο»! Να πηδήξω θέλω, όχι να κάνω φίλους! Για τα υπόλοιπα προσόντα σου, χέστηκαν άπαντες…

Κι εγώ, έπειτα από τόσα χρόνια που πέρασαν από τότε που καθόμουν στο χιλιομουτζουρωμένο θρανίο μου, σκέπτομαι ότι πρέπει ν΄ ανοίξω τα βιβλία των μαθηματικών ώστε να φρεσκάρω το κεφάλαιο «Συναρτήσεις»… Μπορεί να μην ήταν από τα αγαπημένα μου, αλλά να που είχε απόλυτο δίκιο ο καθηγητής μου όταν φώναζε «Η ζωή δεν είναι παρά μαθηματικά»... Τι ψυχολογία και φιλοσοφία και ποίηση και λογοτεχνία ! Αρχίδια! Στις συναρτήσεις έπρεπε να είχα δώσει έμφαση τότε. Ας με παρηγορεί τουλάχιστον το γεγονός ότι έμαθα πολύ καλή τριγωνομετρία. Κι έτσι, μπορώ σήμερα να αναλύσω το τρίγωνο «Εγώ, ο εαυτός μου, ο εχθρός μου»…

Τρίτη 1 Ιουλίου 2008

ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΦΤΙΑΓΜΕΝΗ ΑΠΟ ΣΤΙΧΟΥΣ...



ΕΓΩ…

Πώς να σωπάσω μέσα μου την ομορφιά του κόσμου…
Ο ουρανός δικός μου, η θάλασσα στα μέτρα μου…
Πώς να με κάνουν να τον δω τον ήλιο μ' άλλα μάτια,
στα ηλιοσκαλοπάτια μ' έμαθε η μάνα μου να ζω...
Στου βούρκου μέσα τα νερά, ποια γλώσσα μου μιλάνε
αυτοί που μου ζητάνε να χαμηλώσω τα φτερά…


Η ΑΛΗΘΕΙΑ…

Κοίτα το φεγγάρι Μαργαρίτα, λάμπει σαν τον ήλιο.
Το μισό άμα το γυρίσεις απ' την άλλη,
είναι θεοσκότεινο κι αυτό…
Μέσα σ' ένα βράδυ Μαργαρίτα, μη ζητάς να μάθεις τη ζωή…
Άιντε, καληνύχτα Μαργαρίτα, θα τα ξαναπούμε το πρωί.
Πάρε μιαν ανάσα τελευταία για να την κρατήσεις στο φιλί.
Άιντε, καληνύχτα Μαργαρίτα, σήμερα κουράστηκες πολύ…
Αυτή η γειτονιά είναι για όλους μας ένα κλουβί.
Kανείς δε ζει αληθινά αυτό που θά ΄θελε να ζει,
γιατί το όνειρο είναι μια στιγμή
και όλες οι άλλες οι στιγμές απελπισία.
Mέσα σ΄ αυτό το δρόμο γεννιόμαστε, ζούμε και πεθαίνουμε,
μαζί με μας και τα όνειρα μας, μαζί με μας και τα παιδιά μας.
Γι' αυτό ένα πάρτι σ΄ αυτό το δρόμο,
είναι πιο θλιβερό και από τον ίδιο το θάνατο.
Είναι ένα γραμμόφωνο που ολοένα ξεκουρδίζεται,
δυο ιδρωμένα χέρια στο άσπρο φόρεμα ενός κοριτσιού.
Ένας σκύλος που απορεί.
Ένα ποτήρι αδειανό στην άκρη της αυλής μου.
Μια κόκκινη κορδέλα στα μαλλιά της,
ένας κρυφός αναστεναγμός…


Η ΑΥΤΑΠΑΤΗ…

Άσε τι λένε τα χαρτιά και η ταυτότητά μου!
Σήμερα έχω γεννηθεί, μαζί με τα όνειρά μου!
Το παρελθόν μου το ξεχνώ κι ανοίγω τα φτερά μου!
Θέλω να ζήσω! Θέλω να ζήσω!
Ό,τι δεν γνώρισα να το γνωρίσω!
Να ζω την κάθε μου στιγμή, με την καρδιά, με το κορμί!
Απ' την ρουτίνα μου να βγω, να πω πως έζησα κι εγώ!
Την περασμένη μου ζωή όλη την ακυρώνω,
για να προλάβω το παρόν και τον χαμένο χρόνο!


Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ…

Η νύχτα...
Όνομα ουσιαστικό, γένους θηλυκού, ενικός αριθμός.
Πληθυντικός αριθμός οι νύχτες. Οι νύχτες από ‘δω και πέρα.

Ο φόβος...
Όνομα ουσιαστικό, στην αρχή ενικός αριθμός και μετά πληθυντικός.
Οι φόβοι. Οι φόβοι για όλα από εδώ και πέρα.

Ο έρωτας.
Όνομα ουσιαστικό. Πολύ ουσιαστικό...Ενικού αριθμού.
Γένους ούτε θηλυκού ούτε αρσενικού. Γένους ανυπεράσπιστου.

Η μνήμη. Κύριο όνομα των θλίψεων.
Ενικού αριθμού. Μόνον ενικού αριθμού και άκλιτη:
Η μνήμη... Η μνήμη... Η μνήμη...

Νυχτώνει κι απ΄ τον έρωτα δεν έχω να λαβαίνω.

Να ντυθώ, να χτενιστώ δεν προλαβαίνω…

Στους δρόμους αναλώνομαι. Γραφεία, διαδρόμοι.
Με τύψεις φορτώνομαι, ζητάω συγνώμη.
Συγνώμη από μένανε που μ' έχω ξεχάσει…
Ζωή είναι μάτια μου, ζωή, θα περάσει…

Τώρα χαμένη στων ονείρων μου το χάρτη,
όλο ρωτάω πώς τα 'φερε έτσι η ζωή:
Αυτοί που φύγανε να με καλούν σε πάρτι
κι αυτοί που ζούνε να μου λείπουν πιο πολύ…

Η ΠΟΡΕΙΑ…

Καμιά φορά λέω ν΄ αλλάξω ουρανό,
μα δεν υπάρχουν δρόμοι…

Σκούπισα τα μάτια τα κλαμένα, έβαψα τα χείλη τα θλιμμένα,
πέρασα το ρουζ στα μάγουλα μου,
έβαλα λουλούδια στα μαλλιά μου.
Πήρα το φουστάνι το καλό μου,
κρέμασα στολίδια στο λαιμό μου,
κλείδωσα συρτάρια αναμνήσεις,
έθαψα χιλιάδες συγκινήσεις.
Ξεγελώ λοιπόν τον καθένα πως καημό δεν έχω κανένα…

Ποιος είσαι φίλε, δε σε ξέρω, φίλε.
Πες μου τ' όνομά σου, άλλα λόγια δε ρωτώ απόψε.
Τσιγάρο φίλε, τη φωτιά σου δως μου,
κάθισε κοντά μου λίγο, έτσι, για να ζεσταθώ απόψε.
Κι αν κλάψω φίλε, θα 'ναι που 'μαι μόνη και φοβάμαι.
Θεέ μου, δείχνω, μα δεν είμαι δυνατή…
Τα φώτα σβήσε και την πόρτα κλείσε.
Πλάι σου θα πέσω, πέτρα στο νερό, και ας χαθώ απόψε...
Τρομάζω φίλε… Φλόγα η ματιά σου…
Άγγελε της νύχτας, στις φτερούγες σου θα μπω απόψε.
Ρωτάς ποια είμαι, ποια στ' αλήθεια είμαι…
Να που κάποιο ψέμα πρέπει νά ΄βρω πάλι για να πω απόψε…
Μη φεύγεις φίλε, λίγο ακόμα μείνε.
Πώς φοβάμαι Θεέ μου, δείχνω μα δεν είμαι δυνατή…
Αντίο φίλε…Μόνη τώρα μένω…
Κάποιο τρόπο θά ΄βρω για να ξεχαστώ και πάλι απόψε…

Αγάπη πού ΄γινες δίκοπο μαχαίρι …
Κάποτε μού ΄δινες μόνο τη χαρά…

Έγραφες πάνω στο κορμί μου,
«Όποτε θέλω εγώ θα ζεις κι όποτε θέλω θα πεθαίνεις!
Όποτε θέλω θα σε διώχνω και θα 'ρχεσαι όταν θέλω εγώ!»
Έγραφες πάνω στην ψυχή μου, την πλήξη σου να ξεπεράσεις…

Κι αν δεν μπορώ το πάθος μου να καταργήσω,
δικαίωμά μου να διαλέξω πώς θα ζήσω.
Κι αν προκαλείς ανατροπή στη λογική μου,
δικαίωμά μου, είν' υπόθεση δική μου.

Κομμένη η ανάσα δίχως μια φωνή,
παίζω τα μπάσα στο δικό σου το κορμί
κι ανασηκώνω το σεντόνι σαν αυλαία,
με τέτοια λύσσα και ορμή,
να ξαναπαίξω τη σκηνή σα νά 'ναι η πράξη η τελευταία.
Γυμνό, σ' είδα στον ύπνο μου γυμνό,
ξυπνώ κι έχω το στόμα σου στο στόμα.
Γυμνό, σ' είδα στον ύπνο μου γυμνό,
ξυπνώ και ζω με τ' όνειρό μου ακόμα.
Φωτιά και λάβρα για μας η επαφή.
Άμα ταιριάξει το κορμί μ' άλλο κορμί,
είν' η συνάντηση μεγάλη και μοιραία.
Κι όσα δε ζήσαμε μαζί,
η φαντασία μας τα ζει και μας ταιριάζει πιο ωραία…

Ασφαλώς και το ξέρω πως δεν είμαστε ίδια -
μοναχά στα παιχνίδια είμαστε όλοι παιδιά…

Τα μεσάνυχτα, όταν σβήνει το φως, από πάνω ο Θεός.
Τ' όνομά σου η σιωπή με ξυπνά να μου πει.
Τα μεσάνυχτα, σαν σουγιάς με τρυπά το εκκρεμές που χτυπά.
Είμαι άδειο νησί κι όλα γίνονται εσύ…
Τα μεσάνυχτα είμαι σώμα μισό, μια κραυγή δίχως ήχο
και τους δείχτες μισώ που αγαπιούνται στον τοίχο…
Τα μεσάνυχτα, σαν στοιχιά με ξυπνούν πάλι τα περασμένα,
φλέβες κι αίμα πεινούν και φωνάζουν εσένα…
Τα μεσάνυχτα, όταν σβήνει το φως, από πάνω ο Θεός.
Αναμνήσεις σωρό - πάρτες δεν τις μπορώ…
Τα μεσάνυχτα, το τσιγάρο πικρό και μου καίει το στόμα…
Δωσ΄ μου λίγο καιρό, δωσ΄ μου μια νύχτα ακόμα…
Τα μεσάνυχτα γαληνεύει η γη, μόνο εγώ δεν κοιμάμαι.
Είμαι όλη πληγή, αγρυπνώ και θυμάμαι…

Δε με νοιάζει με ποιον ακούς απόψε αυτό το τραγούδι.
Γράψε μόνο ένα γράμμα που ποτέ δε θα διαβάσω,
γύρω μας βουίζει πυρκαγιά.
Γράψε μόνο μια-δυο λέξεις, για ανθρώπους και για τόπους
που εμείς ποτέ μαζί δε θα δούμε…
Δε μ' ακούει κανένας απόψε και τίποτα δε με βοηθάει…
Η κιθάρα μου έχει θυμώσει απόψε και δε μου μιλάει…
Πατάω σε σπασμένα γυαλιά…

Έκλεισε ο κύκλος κάπου εδώ.
Πήρε ο καθένας το μισό κι από έναν φόβο...

Να με θυμάσαι… Όταν κρυώνεις κι όταν φοβάσαι να με θυμάσαι…
Να με θυμάσαι όταν πονάς και δεν κοιμάσαι… Να με θυμάσαι…

Απόψε και πάλι σ' ένα μπαρ θα χαθώ,
στη γνώριμη ζάλη και στο ίδιο σκηνικό.
Ακόμα ένα βράδυ
με το χέρι ενοχλώ το ίδιο σημάδι στο τραπέζι το γνωστό…

Ο ΕΠΙΛΟΓΟΣ…

Έχω φτερά σαν χελιδόνι και αλυσίδες σαν άνθρωπος…


Για ποιον έζησα…
Για ποιον πέθανα…
Για ποιον έφυγα…
Για ποιον έμεινα…
Για ποιον τέλειωσα…
Για ποιον άρχισα…
Για ποιον πρόλαβα…
Για ποιον άργησα…

Μη μου θυμίζεις ποια είμαι, ποια ήμουν. Κοντά στο τέλος ποιος θυμάται την αρχή…

Αβάσταχτή μου ελαφρότητα, μού στέρησες του κόσμου την απλότητα…

Με έσπρωξες στις πόρτες του φτηνού,
εκεί που χάνει η ψυχή το νου…
Αβάσταχτή μου ελαφρότητα,
μού κλείδωσες της τρέλας την ταυτότητα,
μ' οδήγησες στους δρόμους του καπνού,
εκεί που χάνει ο νους το νου…

Περπατούσα αφηρημένη και δεν είδα το φανάρι.
Είδα μόνο, τρομαγμένη, ένα Honda να φρενάρει.
«Πρόσεξε θα σκοτωθείς!» μού φωνάζει ο οδηγός.
«Και τι έγινε που ζεις;», λέει μέσα μου ο Θεός.
Κι έμεινα αφηρημένη να κοιτάζω το φανάρι να μου λέει:
«Ζωή σημαίνει ένα Honda που φρενάρει...»


Άσφαλτος υγρή, χειμωνιάτικη. Απ΄ όπου πέρασα έμεινα ξένη.
Άσφαλτος λερωμένη κι άχρηστη μα εσύ, θυμάμαι, φορούσες φτερά.
Ναι, αλλά πότε; Στα όνειρά μου μάλλον, στα όνειρά μου, ναι.
Κι ίσως, ακόμα πιο παλιά.
Οπτικές ίνες, διαδικτυακές σιωπές, μας ένωναν και μας χώριζαν.
Συνήθισα την απουσία.

…ΚΑΙ Η ΕΛΠΙΔΑ…


Κάνε κουράγιο, Άννα.
Πάλεψε τα χρόνια.
Άννα μου, με τις αλλιώτικες συνήθειες, τις αλλιώτικες κινήσεις.
Είχες πολύ καλούς τρόπους. Φαινόταν ότι ήσουν από άλλο κόσμο.
Όμως, εσύ έκανες ό,τι μπορούσες για να μην το δείχνεις.
Δεν περιφρονούσες τη φτώχεια, αλλά ούτε σε γοήτευε ιδιαίτερα.
Όλα σε σένα ήταν διαφορετικά.Το δωμάτιό σου με τα σπάνια αντικείμενα,
τα γράμματα, τα δώρα σου...Σίγουρα, είχες καλύτερο γούστο από μένα!
Ερχόσουν και μ' έβρισκες.Το κρεβάτι μου, το στήθος σου... Άννα, μικρή πρόστυχη κυρία.
Και κάτω απ' τα παράθυρα βρεγμένος δρόμος,ο ήχος του τρένου, το σούρουπο.
Και το δωμάτιο μου, Άννα, κρεμασμένο στον αέρα, σαν πορτοκάλι.
Κάνε κουράγιο Άννα...
Ξέρεις Άννα, εμείς οι δυο ήταν γραφτό να συναντηθούμε.
Τι να ξέρουν - πώς μπορούν να ξέρουν οι άλλοι…
Συνομήλικη, μικρή ερωμένη.
Θυμάσαι; Εκατομμύρια στιγμές, στιγμές που όσο πάνε και λιγοστεύουν,
έτσι όπως κάποιοι τις λεηλατούν μπροστά στα μάτια μας, κάθε μέρα.
Άδικα παλεύω να τις κρατήσω, άδικα.
Κυλάνε βουβά και φεύγουν προς τη μεγάλη θάλασσα.
Πέρασαν τόσα χρόνια.Δε φοράω πια το φοιτητικό μου μπουφάν
και δυσκολεύομαι να συνηθίσω αυτό το καλοραμμένο κουστούμι.
Δεν περιφρονώ το χρήμα, αλλά ούτε με γοητεύει ιδιαίτερα.
Μότσαρτ, Ρέκβιεμ, Agnus Dei, Yesterday.
Απόψε θά 'ρθω στο πρώτο σου όνειρο.
Μη γεράσεις Άννα, μη γεράσεις…
Πες ψέματα στον άντρα σου. Σκίσε την πρόσκληση, ακύρωσε το δείπνο.
Ακούμπησέ με, όπως τότε, με το γόνατό σου κάτω απ΄ το τραπέζι.
Απόψε Άννα, στο καλύτερο ξενοδοχείο. Απόψε. Στο πρώτο σου όνειρο.
Κάνε κουράγιο Άννα...
Πού να 'σαι τώρα… Ποιος ξέρει πώς περνάς...Πού να 'σαι τώρα…
Αχ πώς αντέχεις, χωρίς να έχεις αυτό που αγαπάς
και δίχως ν' αγαπάς αυτό που έχεις...
Μη γεράσεις Άννα, μη γεράσεις...
Γιατί δε θά 'χω πια κανέναν και τίποτα να με κρατήσει νέο...
Μόνος μου επιμένω ακόμα εδώ, παρόλο που άρχισε πάλι να βρέχει,
έτσι όπως βρέχει πάντα στα νησιά Οκτώβρη μήνα.
Θυμάσαι; Θάλασσα από μολύβι και ουρανός από πεύκα.
Απόμακρες, ανάκατες φωνές. Η φωνή της μητέρας, του φίλου, της κόρης,
του αδελφού, της ερωμένης, της σειρήνας του πλοίου.
Ρούχα λευκά, βιαστικά μαζεμένα, λίγο πριν τη βροχή.
Μαζί τους χάθηκε και το φως.
Ένας σύντομος περίπατος ακόμα, εκεί, δίπλα στη θάλασσα.
Κι ύστερα τέλος, τέλος…
Κάνε κουράγιο, Άννα…

Παρασκευή 27 Ιουνίου 2008

ΤΙΜΩΡΙΑ ...

Το Μέγαρο Μουσικής ήταν κατάμεστο. Το ρεσιτάλ πιάνου διήρκησε περίπου 2 ώρες κι εκείνος έδειξε να δυσανασχετεί αρκετές φορές κατά τη διάρκειά του. Όντως, για κάποιον ο οποίος δεν αρέσκεται στην κλασσική μουσική, όπως αυτός, το ρεσιτάλ ήταν μάλλον κουραστικό.

Η νύχτα έξω ήταν σαγηνευτική, γεμάτη προκλήσεις και υποσχέσεις. Το ολόγιομο φεγγάρι του Ιούνη θύμιζε στην πολύβουη πόλη ότι θα μπορούσε να ξανακερδίσει τη χαμένη λαγνεία της, αρκεί να αφουγκραζόταν με προσοχή τους μυστικούς, παθιασμένους ψιθύρους του παρελθόντος…

Είχε κανονίσει μετά το ρεσιτάλ να συναντηθεί με κάποιον γνωστό της για ποτό, σε ένα από τα ακριβότερα ξενοδοχεία της πόλης.

---Θέλεις να έρθεις παρέα; τον ρώτησε μ΄ ένα πλατύ και ειλικρινές χαμόγελο. Τούτη τη νύχτα πραγματικά αισθανόταν χαρούμενη, απαλλαγμένη από βασανιστικές σκέψεις. Κι αυτό σπάνια της συνέβαινε…

---Ναι, γιατί όχι.

Μπήκαν στο αυτοκίνητό του.

---Άντε ! Θα πας και σε ακριβό ξενοδοχείο ! της είπε καθώς ξεκινούσαν, με διάχυτη ειρωνεία στο ύφος του.

---Η επιλεκτική μνήμη σου πάντοτε με τρέλαινε ! του είπε γελώντας. Ξεχνάς ότι έχω πάει αρκετές φορές στο συγκεκριμένο ξενοδοχείο είτε για ποτό είτε για φαγητό κι ότι έχω μείνει κι εκεί. Τι όμορφο περιβάλλον αλήθεια, τι πολυτέλεια, τι …

Εκείνος τη διέκοψε σχεδόν βίαια.

---Ναι ! Kαι βέβαια θυμάμαι ! Το φαγητό στο δωμάτιο κι όλες τις μαλακίες σου ! Προφανώς και σε σερβίρισαν στο δωμάτιο, γιατί μάθε αγαπητή μου ότι τις πραγματικές κυρίες δεν τις σερβίρουν στα δωμάτια, αλλά σε λαμπερά σαλόνια ! Και τότε ήσουν ένα μ….. 20 χρονών και ο γκόμενος, ο κατά πολύ μεγαλύτερός σου, το μόνο που ήθελε ήταν να σε γαμήσει ! Σε πληροφορώ ότι εάν σ΄ έβλεπε σήμερα, ούτε καν στο δρόμο δεν θα σε γαμούσε! Και να προσέχεις ποιες αναμνήσεις μοιράζεσαι μαζί μου ! Στο έχω ξαναπεί !

Εκείνη δε μίλησε, δεν είπε τίποτα… Το μίσος του την πάγωσε… Τον γνώριζε πολύ καλά και ήταν σαφές ότι γι΄ άλλη μια φορά η ζήλια τον είχε τυφλώσει, αφού κάποτε ήταν δική του αλλά τώρα δεν θα μπορούσε ποτέ ξανά να την έχει… Αλλά τόσο μίσος…

Πέρασαν μερικά λεπτά ώσπου να συνειδητοποιήσει πλήρως τα όσα μόλις πριν από λίγο είχε ακούσει. Οι βρώμικες προσπάθειες εκείνου του άνδρα να την προσβάλει κατάφορα ώστε να μπορέσει να την πληγώσει, έπεσαν στο κενό. Κι αυτό γιατί ήξερε τι μπορούσε πλέον να δώσει και σε ποιον, τι είχε δικαίωμα να ζητήσει και από ποιον… Οι ελεεινολογίες του όμως έγιναν αφορμή για να βυθιστεί ξανά στις βασανιστικές σκέψεις της, αυτές από τις οποίες εκείνη την όμορφη νύχτα είχε θελήσει να απαλλαγεί, έστω και για λίγο : Η σιωπή μερικές φορές, κρύβει πολύ περισσότερη βρωμιά…

Πέμπτη 26 Ιουνίου 2008

Η ΠΡΟΒΑ...

Άρπαξε βιαστικά το κείμενο και κατευθύνθηκε με ασυγκράτητο θυμό προς τη σκηνή. Οι πρωταγωνιστές σαστισμένοι, προσπαθούσαν να καταλάβουν τι ήταν αυτό που τόσο τον είχε εξοργίσει ώστε ν΄ ανεβεί εκεί πάνω, διακόπτοντας την πρόβα.

«Το έργο δεν είναι πορνογράφημα!» φώναξε τόσο δυνατά, που η φωνή του αντήχησε και έσεισε το τεράστιο θέατρο. «Στραφείτε επιτέλους στον εσωτερικό κόσμο των χαρακτήρων, μην τους κατακρεουργείτε!».

Μα τι έλεγε! Είχαν προηγηθεί αμέτρητες, εξαντλητικές πρόβες!

«Σας λείπει το συναίσθημα να πάρει ο διάβολος!».

Ο σκηνοθέτης ήταν έξαλλος. Μα παρ΄ όλο τον τρομερό εκνευρισμό του, έδινε οδηγίες με μιαν εκπληκτική ακρίβεια. Οι πρωταγωνιστές τον άκουγαν εμβρόντητοι. Επρόκειτο για δύο πραγματικά εξαίρετους ηθοποιούς και κανείς δεν θα μπορούσε να αμφισβητήσει το σπάνιο ταλέντο τους. Συνεπώς, γνώριζαν πολύ καλά να ανταποκρίνονται άψογα στους ρόλους τους. ΄Αλλωστε και ο ίδιος ο σκηνοθέτης έδειχνε απόλυτα ικανοποιημένος στις πρόβες που είχαν προηγηθεί.

«Παίζετε τόσο επιφανειακά…» τους είπε. Αυτή τη φορά όμως η φωνή του ακούστηκε εξουθενωμένη, απελπισμένη. Όλοι όσοι βρίσκονταν στο θέατρο εκείνη τη στιγμή, αιφνιδιάστηκαν από αυτήν την τόσο υπερβολική όσο και απροσδόκητη, αλλόκοτη αντίδρασή του…

«Είστε ψεύτικοι» έλεγε και ξανάλεγε. «Ποτέ δεν θα καταφέρετε ν΄ αποδώσετε αληθινά τους χαρακτήρες που υποδύεστε»… Άφησε τα χαρτιά του να σκορπιστούν στο σανίδι. Στο θέατρο επικρατούσε τώρα μια σιωπή αμηχανίας και μόνο το κουρασμένο βήμα του ακουγόταν καθώς χανόταν στο βάθος της σκηνής, μέσα στο μισοσκόταδο.

Μπήκε στο πρώτο καμαρίνι που βρέθηκε μπροστά του. Κάθισε στην καρέκλα αποκαμωμένος κι έμεινε έτσι για κάμποση ώρα, όταν κάποια στιγμή σήκωσε αργά το βλέμμα και κοίταξε το πρόσωπό του στον φωτισμένο καθρέφτη.

«Γιατί …» μονολογούσε. «Γιατί με πρόδωσαν… Γιατί μετέτρεψαν αυτό το θαυμάσιο έργο σε παρωδία…».
Σκέπασε με τα χέρια το πρόσωπό του και ξέσπασε σε λυγμούς, όντας διαλυμένος από τον αβάσταχτο πόνο που του είχε προκαλέσει η βαθιά απογοήτευση. Και εάν κάποιος που τον γνώριζε τον έβλεπε σ΄ αυτήν την τραγική κατάσταση τώρα, το δίχως άλλο θα πίστευε ότι αυτή η πληθωρική προσωπικότητα, αυτός ο τόσο δυναμικός άνθρωπος, αυτός ο καταξιωμένος καλλιτέχνης, είχε σίγουρα παραφρονήσει…

Κανένας δεν τόλμησε να χτυπήσει την πόρτα του, μέχρι που νύχτωσε.

«Θα μείνετε;» τον ρώτησε κάποιος από τους φροντιστές.

«Ναι» απάντησε εκείνος, φαινομενικά αδιάφορος.

Την επόμενη μέρα ο σκηνοθέτης δεν εμφανίσθηκε στο θέατρο για την προγραμματισμένη πρόβα. Ούτε τη μεθεπόμενη. Οι μέρες περνούσαν, ο παραγωγός ωρυόταν μπροστά στην επικείμενη καταστροφή, όλα ανατρέπονταν. Είχαν επενδυθεί πολλά χρήματα σ΄ αυτό το έργο κι έπρεπε πάση θυσία ν΄ ανεβεί, έστω και χωρίς εκείνον. Στο κάτω – κάτω, ουδείς αναντικατάστατος - κάποιος άλλος φιλόδοξος σκηνοθέτης προσλήφθηκε για να ολοκληρώσει τις πρόβες και η πρεμιέρα, όπως ήταν αναμενόμενο, στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία.

Το έργο παίχθηκε για αρκετές σεζόν σ΄ εκείνο το θέατρο, όπως και σε κάποια από τα μεγαλύτερα θέατρα του κόσμου. Οι πρωταγωνιστές απέκτησαν τεράστια αναγνωρισιμότητα και εκτός συνόρων και πολύ σύντομα έγιναν το αντικείμενο λατρείας για αμέτρητους θαυμαστές, παγκοσμίως.

Όσο για εκείνον τον αυτο-εκθρονισμένο σκηνοθέτη, πληροφορίες που ποτέ δεν επιβεβαιώθηκαν τον ήθελαν άλλοτε να έχει ταξιδέψει σε άγνωστους, μακρινούς προορισμούς κι άλλοτε να ζει περιθωριακά, κυκλοφορώντας ρακένδυτος και αποκτηνωμένος στις κακόφημες συνοικίες της πόλης. Σιγά – σιγά η ανάμνησή του ξεθώριασε. Κι αν πού και πού γινόταν αναφορά στο πρόσωπό του σε συζητήσεις κοσμικών ή διανοουμενίστικων κύκλων, κανένας δεν χρησιμοποιούσε το κάποτε διάσημο όνομά του : Το επίθετο «τρελός» ήταν αρκετό ώστε να προσδιορίζεται επ΄ ακριβώς η ταυτότητά του…

Κυριακή 1 Ιουνίου 2008

ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΗ ...

Σήκωσες το κρυστάλλινο ποτήρι και το ΄φερες στα χείλη σου. Πικρά και γλυκά ποτά, μπερδεμένα. Έξαψη … Η έκσταση της συμμετοχής σ΄ έναν κόσμο ανύπαρκτο για τους πολλούς, συνέστησε τη δική σου ευτυχία… Μέθυσες, μα όχι από τα «μπερδεμένα». Απλά, αποφάσισες να δραπετεύσεις. Αφέθηκες να χορεύεις μπροστά σ΄ ένα ανοιχτό παράθυρο. Έκανες ένα βήμα και – ω του θαύματος ! – νίκησες τη βαρύτητα και πέταξες … Και το κορμί σου, τόσο ελαφρύ…

Λέξεις, λέξεις, λέξεις… Μαύρα – άσπρα πλήκτρα, τόνοι και ημιτόνια, σ΄ ένα ατέλειωτο κλαβιέ που παράγει ακαταλαβίστικες, απόκοσμες μελωδίες. Κι οι μελωδίες μπλέχτηκαν με το κορμί και το κορμί με τις λέξεις. Κι οι λέξεις με τη σειρά τους γέννησαν συναισθήματα… Συναισθήματα που δεν αποφασίστηκαν εκ των προτέρων… Απλά, γεννήθηκαν…

Κλείσε τώρα τα μάτια… Δεν ανήκεις στον κόσμο μας εσύ, τον περατό και τον εφήμερο, τον ομοιόσχημο… Δε μοιάζεις εσύ μ΄ εκείνους τους φίλαυτους που κρατούν τη ζωή τους φυλακισμένη σε εισαγωγικά, σταθμίζοντας την κάθε τους ενέργεια. Εσύ πέταξες τους χάρτινους μανδύες, εσύ μπόρεσες να αυτοπαραιτηθείς από τη ντροπή, καθιστώντας καταγέλαστο το «εγώ» σου…Τι τύχη αλήθεια !

(Αυτή τη νύχτα δεν χρειάζεται να ελέγξεις εάν τα παράθυρά σου είναι κλειστά γλυκιά μου… Μεγάλωσες πολύ, δεν πρέπει να φοβάσαι πια…).

Και σ΄ έναν άγγελο πες μια καληνύχτα απόψε. Εκείνον που σε ταξιδεύει στον κόσμο των ψευδαισθήσεων... Και σ΄ αυτόν τον κόσμο, δεν είσαι ανεπαρκής …

Δευτέρα 24 Δεκεμβρίου 2007

ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ ...


"Είναι μια λέξη που με έχει σακατέψει ..

Είναι μια λέξη που παντού μ΄ ακολουθεί

και μού ζητάει λογαριασμό βράδυ - πρωί ...

"Γιατί ..." ...

Δεν τη θέλω άλλο πια,

την έχω βαρεθεί ...



Κάλαντα και τρίγωνα ...

Κάθε Χριστούγεννα θυμάμαι ένα παιδί

μεσ' στο θυμό βουτηγμένο,

σ΄ ένα πελώριο "Γιατί ..."...

Ψίθυρος και κραυγή,

πληγή που αιμοραγεί ...

Κάθε στιγμή στη ζωή μου,

ένα μεγάλο "Γιατί ..." ...

Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2007

ΤΟ ΠΑΤΑΡΙ...

Υπήρξε κάποτε ένας άνθρωπος, περαστικός από τη ζωή μου, ο οποίος κέντρισε και αιχμαλώτισε το ενδιαφέρον μου από την πρώτη κιόλας συνάντηση. Η πολυπλοκότητα του χαρακτήρα του με συνάρπασε και πυροδότησε την απόφασή μου να μπω στην περιπέτεια να ανακαλύψω τις πιο κρυφές πτυχές του χαρακτήρα του. Μα παρ΄ όλες τις επίπονες προσπάθειες που κατέβαλα, δεν τα κατάφερα, τουλάχιστον όχι στο βαθμό που θα επιθυμούσα. Εκείνος ο άνθρωπος πάντοτε έβρισκε τρόπους – ηθελημένα και αθέλητα – διαρκώς να με εκπλήσσει, άλλοτε ευχάριστα και άλλοτε πολύ δυσάρεστα…

Έπειτα από αρκετές συναντήσεις που είχαμε οι δυο μας σε «ουδέτερο έδαφος», με προσκάλεσε επιτέλους στο σπίτι του. Ένα κύμα κρυμμένης χαράς με πλημμύρισε καθώς σκεπτόμουν ότι θα είχα έτσι την ευκαιρία να εισβάλω στον κόσμο εκείνου του μυστηριώδους ανθρώπου, μιας και ένα σπίτι, λίγο έως πολύ, αφήνει να διαφανούν αρκετά στοιχεία για την προσωπικότητα του ιδιοκτήτη…

Προς μεγάλη μου απογοήτευση όμως, το σπίτι ήταν απλά το μεγάλο, συνηθισμένο διαμέρισμα ενός πολυάσχολου άνδρα που ζει μόνος: Σε πρώτο πλάνο ένα τεράστιο γραφείο με τοποθετημένο επάνω του έναν Η/Υ, χαρτιά αφημένα παντού, άλλοι υπολογιστές λίγο πιο πέρα. Ακόμη και τα αμέτρητα βιβλία του είχαν διάφορο περιεχόμενο, γεγονός το οποίο δεν άφηνε σε καμία περίπτωση να φανούν έστω οι αναγνωστικές προτιμήσεις του. Αβίαστα θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι ο ιδιοκτήτης είχε φροντίσει να εξαφανίσει προσεκτικότατα κάθε δυνατό ίχνος που θα πρόδιδε, έστω και σε κάποιο βαθμό, το ποιος στην πραγματικότητα ήταν… Έπρεπε όμως πάση θυσία να βρω έναν τρόπο ώστε να μπορέσω να «ανακαλύψω» εκείνον τον άνθρωπο. Και τον βρήκα…

Ως καλός οικοδεσπότης και άριστος γνώστης των κανόνων καλής συμπεριφοράς, θέλησε να με ξεναγήσει στο διαμέρισμά του. Κι όταν πια η μικρή μου ξενάγηση έλαβε τέλος, δε μπόρεσα ν΄ αντισταθώ στον πειρασμό: Ρισκάροντας να αμφισβητηθεί το αν έχω «σώας τας φρένας» , ζήτησα να δω … το πατάρι ! Δεν έχω δει πιο έκπληκτα από την απορία μάτια από τα δικά του ! Κι αυτή του η αντίδραση ήταν βεβαίως απολύτως δικαιολογημένη, αφού δε συνηθίζεται να ζητά κάποιος να δει το πατάρι ενός σπιτιού και μάλιστα στην πρώτη επίσκεψη ! «Πρώτη φορά μού ζητούν κάτι τέτοιο ! » είπε γελώντας. Παρ΄ όλα αυτά όμως, προθυμοποιήθηκε αμέσως να μού επιτρέψει την «είσοδο» σ΄ εκείνον τον τόσο προσωπικό χώρο. Αυτή του η προθυμία με έβαλε σε φοβερές υποψίες, αλλά ταυτόχρονα σκέφθηκα ότι δεν ήταν και η πρώτη φορά που η συμπεριφορά αυτού του ανθρώπου τουλάχιστον με ξένιζε… «Ορίστε ! » μού είπε κατεβάζοντας τη σκάλα, ενώ ένα χαμόγελο εξακολουθούσε να φωτίζει το πρόσωπό του. Προς στιγμήν μού φάνηκε ότι πίσω από εκείνο το χαμόγελο διέκρινα μια δόση ειρωνείας…

Πάντοτε με μαγνήτιζαν οι χώροι όπου θα μπορούσαν να υπάρχουν αφημένα παλιά αντικείμενα, όπως πατάρια, σοφίτες, υπόγεια… Χώροι συνήθως βουτηγμένοι στη σκόνη και στη μοναξιά… Το θαμπό φως και η γλυκιά μυρωδιά του ξύλου που αναδύεται μέσα από μπαούλα ξέχειλα από αναμνήσεις και εφτασφράγιστα μυστικά, μοιάζει να με προσκαλούν σιωπηλά σ΄ ένα μαγικό οδοιπορικό… Και κάθε φορά που μπροστά μου ανοίγεται μια τέτοια πόρτα, αισθάνομαι ως λαθραίος ταξιδευτής έτοιμος να οικειοποιηθεί έστω και για λίγο το δυσδιάκριτο παρελθόν του ιδιοκτήτη. Αισθάνομαι να μετεωρίζομαι στα απομεινάρια του δικού του «τότε»…

Το πατάρι όμως εκείνο δεν έμοιαζε με κανένα άλλο… Για άλλη μια φορά αυτός ο άνθρωπος είχε καταφέρει το λιγότερο να με αιφνιδιάσει...

Έμεινα στήλη άλατος καθώς είδα ότι στο πατάρι δεν υπήρχε απολύτως τίποτε αφημένο, εκτός από δεκάδες … μαριονέτες ! Αυτό ξεπερνούσε κάθε προσδοκία μου ! Ο παρ΄ ολίγον φίλος μου, ο οποίος ποτέ δε μού είχε μιλήσει σχετικά, βλέποντάς με τουλάχιστον να σαστίζω, μού είπε απλά: «Είναι το χόμπι μου» ! Τα χίλια ερωτήματα που αυτοστιγμεί γεννήθηκαν στο μυαλό μου, ζητούσαν άμεσα χίλιες απαντήσεις: Πόσο δύσκολο είναι άραγε να ενσαρκώνει κανείς έναν χαρακτήρα ; Πόσο δύσκολο είναι να μιμείται κινήσεις, να μιμείται φωνές ; Και, κυρίως, πόσο δύσκολο είναι να μιμείται συναισθήματα… Δεν είχα όμως την υπομονή να περιμένω για τις απαντήσεις. Έστρεψα βιαστικά το κεφάλι και άφησα το αδηφάγο βλέμμα μου να περιπλανηθεί στο χώρο…

Ένας ολόκληρος παραμυθένιος κόσμος χωρούσε σ΄ εκείνο το πατάρι. Η κάθε μια από τις μαριονέτες – πραγματικά αριστουργήματα – είχε μιαν αλλόκοτη ζωντάνια στην έκφραση που με μάγεψε… Ένα συναίσθημα λύπης με διαπέρασε φευγαλέα καθώς σκέφθηκα ότι όλες αυτές οι μαριονέτες που βρέθηκαν αναπάντεχα μπροστά μου, περίμεναν στωικά το χέρι του ιδιοκτήτη τους για να κινήσει τα νήματα…

Το τοπίο άρχισε να θολαίνει …

Αισθάνθηκα ξαφνικά ότι η φυσική μου θέση σ΄ εκείνο το σπίτι δεν ήταν στους αναπαυτικούς καναπέδες ν΄ απολαμβάνω τη συζήτηση με τον οικοδεσπότη που – εκτός των άλλων – ήταν κι ένας σπουδαίος συνομιλητής. Συνειδητοποίησα με τρόμο ότι προοριζόμουν για μία θέση δίπλα στις υποταγμένες μαριονέτες. Και για πολλοστή φορά το ένστικτό μου δε με είχε ξεγελάσει - έτσι ήταν...

Ευτυχώς, η σκάλα βρισκόταν ακόμη εκεί… Γιατί, όπως αποδείχθηκε αργότερα, ο παρ΄ ολίγον φίλος μου ήταν ένας αριστοτέχνης του είδους…

Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2007

ΣΟΚΟΛΑΤΕΝΙΕΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΕΣ ...

( «Η αγάπη φυσικώς έχει το μη αιδείσθαι και λαθείν το μέτρον αυτής»... )

Κάποτε, ένας άνδρας έτοιμος να κατακτήσει τον κόσμο και μια γυναίκα στο κατώφλι μιας πρόωρης ωριμότητας, συναντήθηκαν τυχαία στο πάρκο μιας πολυάνθρωπης, γκρίζας πόλης.

Ήταν ένα μεγάλο πάρκο, εντελώς αφρόντιστο, που τη νύχτα μετατρεπόταν σε καθαρτήριο ψυχών για όλους εκείνους που κάποτε επέλεξαν - ή αναγκάστηκαν να επιλέξουν - να ζουν στο περιθώριο… Τα δέντρα έμοιαζαν άρρωστα και τα λιγοστά χορταριασμένα λουλούδια που ήταν πνιγμένα στα σκουπίδια, μάταια προσπαθούσαν να ελευθερώσουν τα χρώματα και τις μυρωδιές τους. Και μόνο τα πρωινά το πάρκο χρησίμευε ως πέρασμα για όλους εκείνους που, καθώς βιάζονταν να φθάσουν στον προορισμό τους, έβρισκαν βολικό το βρώμικο πάρκο για να κάνουν τη διαδρομή τους λίγο πιο σύντομη.

Έτσι κι εκείνη την ημέρα, ο άνδρας διέσχιζε βιαστικά το θλιβερό πάρκο, κρατώντας στο αριστερό χέρι του έναν μαύρο χαρτοφύλακα κι έχοντας κρεμασμένο στον ώμο τον φορητό του υπολογιστή, που ποτέ δεν αποχωριζόταν. Στο δεξί χέρι κρατούσε μια σοκολάτα, έτοιμος να αισθανθεί την υπέρτατη ηδονή που προσφέρει μια σοκολάτα όταν λιώνει σε φιλήδονα χείλη…

Εκείνη, ατημέλητη όπως πάντα, ήταν φορτωμένη με ένα σωρό παρτιτούρες που καταμαρτυρούσαν το πάθος της για τη μουσική. Δεν κρατούσε τσάντα όπως οι περισσότερες γυναίκες. Τα λεφτά και τα τρία-τέσσερα πακέτα τσιγάρα, βρίσκονταν αδιάφορα αφημένα σε κάθε της τσέπη. Παρ΄ όλα αυτά, μπορούσε να κρατάει σχεδόν ευλαβικά, ένα μπουκετάκι από λευκές μαργαρίτες...

Μέσα στη βιασύνη και των δύο, η «σύγκρουση» ήταν αναμενόμενη. Πόσο συνηθισμένος τρόπος αλήθεια για να συναντηθούν δυο άνθρωποι από το πουθενά…

Με μιας οι παρτιτούρες βρέθηκαν στο χώμα. Η ατμόσφαιρα πλημμύρισε στη στιγμή από χίλιες – δυο άυλες μελωδίες… Ραχμάνινοφ, Μότσαρτ, Μπετόβεν, βρέθηκαν να αιωρούνται νωχελικά σε μιαν αβάσταχτη δυσαρμονία με το ακατέργαστο σκηνικό του βρώμικου πάρκου…

«Συγγνώμη» ψέλλισε εκείνος σαστισμένα. Κι αμέσως έσπευσε σπασμωδικά να βοηθήσει την κατάσταση. Η γυναίκα δε μίλησε. «Τι αδέξιος Θεέ μου !» σκέφθηκε, ενώ προσπαθούσε αγωνιωδώς να μαζέψει τις πολύτιμες παρτιτούρες της, που κείτονταν πεταμένες εδώ και ΄κει. Κι όταν πια ήταν σίγουρη ότι καμιά παρτιτούρα δε θα βρισκόταν κάποτε εγκαταλελειμμένη σ΄ εκείνο το πανάθλιο πάρκο, έκανε να φύγει λέγοντας απλά «ευχαριστώ». Μα εκείνος τη σταμάτησε - το τρίτο μέρος από τη «Σονάτα υπό το Σεληνόφως» βρισκόταν μοιραία στα χέρια του. «Με λένε Νίκο», της είπε. «Τι πρωτότυπο όνομα !» είπε μέσα της εκείνη χαμογελώντας κρυφά. Οι εκλεπτυσμένοι τρόποι της όμως δεν της επέτρεψαν να φανεί αγενής. ΄Αλλωστε, και το δικό της όνομα δεν ήταν ασυνήθιστο. «Και μένα με λένε ΄Αννα», συστήθηκε αυθόρμητα.

«Τι θα μπορούσα να κάνω για να επανορθώσω ;» ρώτησε ο τώρα πια «Νίκος», δήθεν συνεσταλμένα.

«Κι άλλη πρωτότυπη ατάκα ! Τώρα θα αιφνιδιάσω αυτόν τον επίδοξο επιβήτορα !», σκέφθηκε σχεδόν φωναχτά εκείνη.

«Ένας περίπατος στη θάλασσα, θα αρκούσε» είπε γελώντας ειρωνικά η ΄Αννα, έχοντας τη βεβαιότητα ότι αυτός ο άγνωστος «Νίκος» θα έβρισκε την ιδέα μάλλον «ανεδαφική» και θα συνέχιζε έτσι την αρχική πορεία του. Φάνηκε όμως πως ήταν η σειρά της πραγματικά να αιφνιδιαστεί : Ο «Νίκος» προθυμοποιήθηκε αμέσως να εκτελέσει την επιθυμία της μ΄ ένα πλατύ χαμόγελο, λες και επρόκειτο για το φυσιολογικότερο πράγμα στον κόσμο εκείνη τη στιγμή ν΄ αφήσουν κι οι δυο τις δουλειές τους και να τρέχουν στις παραλίες ! «Άλλο κι αυτό πάλι !», σκέφθηκε με καχυποψία. Η ανεξέλεγκτη όμως ροπή της προς ο,τιδήποτε εμπεριείχε μυστήριο ή - όπως συνήθιζε ανόητα να λέει - «μαγεία», προέτρεψε για πολλοστή φορά την ΄Αννα να μην αντισταθεί στην πρόκληση. Και τον ακολούθησε…

Καθισμένοι στην ακροθαλασσιά, μιλούσαν ο ένας στον άλλον μ΄ έναν περίεργο, αφύσικο αυθορμητισμό, που δε χαρακτηρίζει ακόμη και τους ανθρώπους εκείνους που έχουν μοιραστεί μεταξύ τους μιαν ολόκληρη ζωή... Και εάν κάποιος τρίτος θα ήταν σε θέση να παρακολουθεί από μακριά εκείνη τη συζήτηση να εκτυλίσσεται, εύκολα θα διεπίστωνε ότι εκείνοι οι δύο άγνωστοι μεταξύ τους άνθρωποι, προσπαθούσαν, προσεκτικά και μεθοδευμένα, να ενσταλάξουν ο ένας στον άλλον συναισθήματα, με μιαν εξαιρετική ευθυβολία… Αυτό όμως που σε καμία περίπτωση δε θα μπορούσε να διαφανεί, ήταν το ποιος από εκείνους τους δύο ανθρώπους έλεγε την αλήθεια και ποιος όχι ...

Έμειναν εκεί ώρες… Σιγά–σιγά, οι φωνές άρχισαν να ραγίζουν. Και μέσα στον παροξυσμό των συναισθημάτων, άρχισε η φωτιά να στάζει στο αίμα…

«Βγάλε τα γυαλιά σου», της είπε. «Κοντεύει να νυχτώσει»…

Κι εκείνος είδε επιτέλους τα μάτια της… Είδε ποια ήταν στην πραγματικότητα η ΄Αννα... Κι όπως ξαφνικά ήρθε, έτσι ξαφνικά κι έφυγε. Κι όλα παραγράφηκαν, σαν μία περιττή παρένθεση σ΄ ένα αδιάφορο κείμενο…

Οι λευκές μαργαρίτες έμειναν να μαραίνονται στα χέρια της ΄Αννας... Μόλις που είχαν προλάβει να γευθούν λίγη από την «υπέρτατη ηδονή που προσφέρει μια σοκολάτα όταν λιώνει σε φιλήδονα χείλη»…

Ποτέ ξανά η ΄Αννα δεν πέρασε από εκείνο το θλιβερό πάρκο… Ποτέ τα πρωινά. Αποφάσισε να το διασχίζει μονάχα τις νύχτες… Σε μιαν αρμονική συνύπαρξη με τους Ραχμάνινοφ, Μότσαρτ, Μπετόβεν… Τον υπόκοσμο και τα ναυάγια… Τουλάχιστον, όλοι αυτοί δε θα είχαν κανέναν λόγο να την παραπλανήσουν ώστε να βγάλει κάποτε σε πλειστηριασμό τα συναισθήματά της…

Σάββατο 20 Οκτωβρίου 2007

"ΟΤΑΝ ΣΟΥ ΛΕΩ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ, ΝΑ ΒΓΑΙΝΕΙΣ ! " ...

Χρόνια τώρα, νοσταλγούσα να βρεθώ ξανά στην παλιά μου γειτονιά, εκείνη που έζησα από τα οκτώ έως τα δεκαεννιά μου χρόνια περίπου. Νοσταλγούσα να δω το παλιό μου σπίτι, ν΄ αγγίξω τους χιλιομπαλωμένους τοίχους του, ν΄ αγγίξω τα ξεθωριασμένα πράσινα παραθυρόφυλλά του, την ξεχαρβαλωμένη ξύλινη πόρτα του… Να καθίσω στα πέτρινα σκαλοπάτια της εισόδου και να κάνω ένα τσιγάρο, αφήνοντας τους μακρινούς ήχους, τις ανεπαίσθητες μυρωδιές και τα θολά χρώματα, να με ταξιδέψουν στο τότε… Πάντοτε όμως έβρισκα χίλιους-δυο λόγους για να αναβάλλω αυτήν την «επιστροφή». Ίσως και να μ΄ εμπόδιζε ένα αδιόρατο συναίσθημα φόβου, ότι οι αναμνήσεις μόνο πόνο θα προκαλέσουν…

Μα κάποιο γκρίζο φθινοπωριάτικο μεσημέρι, σαν το σημερινό, η παρορμητική φύση μου που πάντοτε προσπαθεί να υπερνικήσει τον φόβο, με οδήγησε σ΄ εκείνη τη γειτονιά. Έτσι, απλά. Χωρίς κανέναν ιδιαίτερο λόγο, χωρίς καμία ιδιαίτερη αφορμή…

Φθάνοντας, ένοιωσα το χέρι κάποιου αόρατου τιμωρού να πέφτει βαρύ στο πρόσωπό μου, τιμωρώντας με έτσι για την εγκληματική αναβλητικότητά μου: Το σπίτι μου είχε γκρεμιστεί, σε μιαν επιτυχημένη προσπάθεια κάποιων να εκφυλίσουν τα πάντα… Το σπιτάκι μου, με την αυλίτσα και τα ισόγεια παράθυρα, δεν υπήρχε πια… Στη θέση του τώρα έχασκε μια αδιάφορη πολυκατοικία… Όταν έμαθα ότι αυτό συνέβη σχετικά πρόσφατα, αισθάνθηκα σα να πρόδωσα κάποιον ή κάτι… Αισθάνθηκα πως ήμουν ένας επίορκος…

Περπατούσα αργά, μουδιασμένα, ακούγοντας τα βήματά μου ν΄ αντηχούν στην άσφαλτο όλο και πιο δυνατά, όλο και πιο δυνατά… Κι άκουσα τότε μια πόρτα να κλείνει με πάταγο ενώ ταυτόχρονα μια άλλη ν΄ ανοίγει διάπλατα… Βρέθηκα στο χθες, που με βοηθάει να αντέχω το σήμερα…

Πόσα καλοκαίρια…

Στην ατμόσφαιρα πλανιέται η γλυκιά μυρωδιά από εκείνα τα λουλουδάκια – πώς τα λέγανε να δεις … Ναι ! «Δειλινά» τα έλεγαν, γιατί τα ανθάκια τους – κόκκινα, μωβ, ροζ, λευκά, κίτρινα ανθάκια – άνοιγαν μόνο σαν ερχόταν το λιόγερμα. Και το παιχνίδισμα της φωτιάς που καίει για τη γιορτή του Αϊ Γιαννιού, προκαλεί τα παιδιά να συναγωνιστούν τις αστείες φιγούρες τους που διαγράφονται στους τοίχους των χαμηλών σπιτιών. Να και το μπλε μου ποδήλατο, αφημένο άτσαλα στην άκρη του πεζοδρομίου (κάποτε μού άρεσαν και άλλα χρώματα εκτός από το μαύρο…). Πόσα θελήματα χρειάστηκε να κάνω, πόσες οικονομίες, δραχμούλα – δραχμούλα, για ν΄ αποκτήσω επιτέλους εκείνο το μπλε ποδήλατο…

Να και ο Δ. που κάθεται κοντά-κοντά με την Α. στο πεζοδρόμιο, δίπλα από το ποδήλατό μου (μα πώς τολμούν να κάθονται δίπλα από το ποδήλατό μου ! ). Οι φωτιές έσβησαν, η νύχτα έπεσε και ο πατέρας του καλύτερού μου φίλου, όπως κάθε βράδυ, παίζει φυσαρμόνικα, καθισμένος στο μικρό του μπαλκονάκι με το γαλάζιο περίτεχνο κάγκελο. Όλοι εκείνη τη νύχτα αποκοιμήθηκαν έχοντας για προσκέφαλο κι από ένα γλυκό μυστικό… Μα εγώ ξαγρυπνώ… Τα πρώτα κρυφά δάκρυά μου μούσκεψαν το μαξιλάρι μου, γιατί εκείνο το βράδυ ο Δ. και η Α. «τα έφτιαξαν». Πού νά ΄ξερα τότε πόσο πολύ πονάει στην πραγματικότητα «η πιο ευγενική εκδήλωση της ανθρώπινης ψυχής», αυτό που εμείς, ως ενήλικες, τολμάμε να αποκαλούμε «αγάπη»…

Αλλά μια καινούργια μέρα ξημέρωσε ! Και οι «προδομένες αγάπες» αμέσως ξεχάστηκαν – μια βουτιά στη θάλασσα, ένα δροσερό παγωτό χωνάκι εάν τα οικονομικά το επιτρέψουν, κρυφτό, κυνηγητό και πολύ μπάλα και … Ωπ ! Πάει ο πόνος ! Εξαφανίστηκε ως δια μαγείας, όπως ακριβώς συμβαίνει στα παραμύθια …

Μα και πόσοι χειμώνες… Πόση παγωνιά…

Πέρασε ο καιρός και το παιδί δε χωρούσε πια σε κανένα παραμύθι… Η πρώτη πραγματική απογοήτευση και ο πόνος που μοιραία τη συνοδεύει, ήρθαν και μάλιστα τραγικά νωρίς… Και μετά από εκείνην την πρώτη πραγματική απογοήτευση, κι άλλος «έρωτας», κι άλλος, κι άλλος, κι άλλος… Σε μιαν απελπισμένη προσπάθεια να ανακαλυφθεί επιτέλους αυτό που οι ενήλικες ονόμαζαν από τότε «αγάπη». Κι έτσι το παιδί πέρασε πρόωρα σε μιαν οδυνηρή εφηβεία κι αυτό είχε ως συνέπεια να «χαρακτηρισθεί» για την «απρεπή» συμπεριφορά του. Κι από την εφηβεία πέρασε στην περιθωριοποίηση… Ώσπου κάποτε, εκείνο το μεγάλο παιδί, φορώντας το μαύρο «πέτσινο» παντελόνι του και το μαύρο «πέτσινο» μπουφάν του που στο πίσω μέρος είχε ραμμένο το σήμα της Honda, στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη μιας παλιάς ντουλάπας. Τράβηξε με δύναμη το φύλλο της ντουλάπας και ο καθρέφτης έγινε κομμάτια σε μια σφοδρή σύγκρουση με το δεξί γόνατο. Τέλος ! Η οιμωγή πλέον μετατράπηκε σ΄ έναν τρελό θυμό, για όλους εκείνους τους «καθώς πρέπει» κυρίους και κυρίες που προσπαθούσαν, ως άλλοι ιεροεξεταστές, να επιβάλουν στο παιδί που μεγάλωσε μιαν ελαττωματική ταυτότητα…

Έφυγαν τα χρόνια…

Και νά ΄μαι τώρα εδώ, να σκιαμαχώ στη μέση του δρόμου …

Κάποιος μού φωνάζει «Άκρη !». Μα πόσο μαλάκας μπορεί να είναι ένας άνθρωπος επιτέλους ! Δεν ξέρει ο ανόητος ότι κάνω στην άκρη μονάχα όταν ΕΓΩ το θέλω ; Αυτό το κέρδισα με το σπαθί μου ! Aδιάσειστη μαρτυρία, το σημάδι στο δεξί μου γόνατο…

Τετάρτη 17 Οκτωβρίου 2007

ΟΥΤΟΠΙΑ ...

ΕΝ ΜΕΣΩ ΚΑΠΝΟΥ ΚΑΙ ΑΛΚΟΟΛ ...


Υπάνθρωποι …

Με ρημάξατε …

Το «Κατηγορώ» μου αμείλικτο …

Θρασύδειλα ανθρωπάκια … Προσπαθείτε να σκηνοθετήσετε τη ζωή μου ερήμην μου, χωρίς αισχύνη …

Σκευωροί … Προσπαθείτε να ενεχυριάσετε μ΄ έναν τρόπο ληστρικό τα συναισθήματά μου, εκχυδαΐζοντας ό,τι πιο καθαρό και διάφανο υπάρχει στην ψυχή μου …

Ανδρείκελα, σοβαροφανείς ηθικολόγοι … Προσπαθείτε να παραχαράξετε τις αξίες και τα ιδανικά μου … Προσπαθείτε να με εξαναγκάσετε σε συνθηκολόγηση …

Δολοφόνοι … Προσπαθείτε να τυλίξετε το χαμόγελό μου σ΄ ένα βαρύ πέπλο θανάτου, καθιστώντας με ναυάγιο στον πιο ανήλιαγο βυθό …
Κενόδοξοι, τιποτένοι ... Προσπαθείτε να υφαρπάξετε τα πολύτιμα όνειρά μου …

Μα γελιέστε ! Δεν παραδίδω τα όπλα εγώ ! Δε φυλακίζομαι εγώ !

Και παύω στο εξής ν΄ αγαπώ την ταραγμένη θάλασσα ! Παύω ν΄ αγαπώ τα μαύρα σύννεφα και τη βροχή ! Παύω ν΄ αγαπώ τα rekviem ! Κοιτάξτε με αλήτες ! Διώχνω μακριά τα φαντάσματα, δε θα με πνίγουν πια οι εφιάλτες ! Και δε χρειάζομαι πλέον κανέναν και τίποτα ! Απαλλάσσομαι για πάντα απ΄ ο,τιδήποτε και απ΄ οποιονδήποτε με κρατάει δέσμιο ! Στο εξής θ΄ αγαπώ μόνο τα καλοκαίρια ! Θ΄ αγαπώ μόνο τον ήλιο και την ήρεμη γαλάζια θάλασσα ! Τις χαρούμενες μελωδίες και τους αισιόδοξους στίχους ! Στο εξής θα ζω όπως μού κάνει κέφι και θα αδιαφορώ για το αύριο !

Παλιάνθρωποι, ακούστε με ! Μπορώ και κραυγάζω με ανακούφιση «Να γαμηθεί το σύμπαν ολόκληρο» !

(Απορώ … Γιατί ξαφνικά αισθάνομαι ότι με παγώνει ο φόβος … Γιατί με τυλίγει ξανά αυτό το τόσο γνώριμο και το τόσο ανυπόφορο συναίσθημα … Γιατί αλήθεια ... ).


Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2007

ΠΡΟΦΑΝΩΣ, ΑΠΛΑ, ΑΙΣΘΑΝΟΜΑΙ ...

( «Ουδέν πρότερον εν τη νοήσει, ο μη πρότερον εν τη αισθήσει» )



Πολλές φορές αναρωτήθηκα για το ποιος μπορεί να θεωρηθεί περισσότερο ισορροπημένος άνθρωπος: Εκείνος ο οποίος εξηγεί τον εσωτερικό και τον γύρω του κόσμο απλά και πρακτικά, χωρίς να εμβαθύνει υπερβολικά σε πρόσωπα και καταστάσεις ή εκείνος ο οποίος προσπαθεί να εκλογικεύσει τα πάντα βασιζόμενος κατ΄ αρχάς στο συναίσθημα …

Στην πρώτη περίπτωση ο άνθρωπος λειτουργεί λαμβάνοντας πάντοτε υπ΄ όψιν του και το προφανές, χωρίς να αναλώνεται στην προσπάθεια να αποδείξει τα δυσαπόδεικτα. Μέσα από μια τέτοια διαδικασία αναπτύσσει προοδευτικά μία οξύνοια και συνεπώς μία ορθή κρίση, μειώνοντας έτσι θεαματικά τις πιθανότητες να κάνει λάθη, σε οποιοδήποτε επίπεδο. Ακόμη, καλλιεργεί την ικανότητα να χαρακτηρίζει με ευστοχία και επιγραμματικά πρόσωπα και πράγματα, κερδίζοντας – αν μη τι άλλο – και πολύτιμο χρόνο. Μπορεί με ευκολία να «διαγράφει» και να προχωρεί «παρακάτω» με μια θαυμαστή δύναμη και αισιοδοξία, διότι είναι ικανός να τιθασεύει τα συναισθήματα και τις επιθυμίες του. Αυτή η απλούστευση όμως καθιστά σε πολλές περιπτώσεις τον άνθρωπο σκληρό, άκαμπτο. Γίνεται ιδιοτελής και αδιάλλακτος έως αμείλικτος, διότι ακριβώς καταπνίγει – και ίσως όχι πάντοτε ενσυνείδητα – τα συναισθήματά του …

Στη δεύτερη περίπτωση ο άνθρωπος λειτουργεί εμβαθύνοντας στο κάθε τι, σταχυολογώντας το κάθε τι, πριν αφήσει τις πληροφορίες που δέχεται έξωθεν να καταλήξουν στο υποσυνείδητό του. Προσπαθεί μανιωδώς να εξηγήσει την αρχή των πάντων, το «πώς» και το «γιατί», αρνούμενος να δεχθεί απαίδευτα το δεδομένο και το προφανές. Και παρ΄ όλο που μπορεί να είναι υπερβολικά σκεπτικιστής, ο άνθρωπος που λειτουργεί κατ΄ αυτόν τον τρόπο μπορεί πολλές φορές να προβεί σε καταστροφικά λανθασμένες εκτιμήσεις, όχι γιατί δε γνωρίζει ποιο είναι το ορθό, αλλά γιατί διαπνέεται από ένα ρομαντικό πείσμα οραματιζόμενος έναν κόσμο "αγγελικά πλασμένο". Πάντοτε πλειοδοτεί σε συναισθήματα ενεργώντας σε μεγάλο και επικίνδυνο βαθμό ανεξάρτητα από τις πραγματικές επιθυμίες του, με αποτέλεσμα πολλές φορές να γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης και μάλιστα εις γνώσιν του. Στην καλύτερη περίπτωση χαρακτηρίζεται ως αθεράπευτα ρομαντικός και στη χειρότερη ως ανίατα ηλίθιος. Πιστεύει όμως ακράδαντα ότι μια τέτοιου είδους συμπεριφορά χαρακτηρίζεται κι από ένα μεγαλείο, που απελπισμένα προσπαθεί - ματαιοπονώντας ασφαλώς - να το μοιραστεί με άλλους...

Αν θελήσει κανείς να βρει κοινά σημεία μεταξύ αυτών των δύο κατηγοριών ανθρώπων, θα διαπιστώσει ότι τα μεγαλύτερα άλματα στην ιστορία αυτού του παλιόκοσμου έγιναν γιατί στο παρελθόν υπήρξαν κάποιοι που πήραν μεγάλες, γρήγορες και σωστές αποφάσεις στην πιο κρίσιμη στιγμή, αλλά και γιατί υπήρξαν κάποιοι που λειτουργώντας άκρως συναισθηματικά, έδιωξαν με αυτοθυσία μακριά τον σκοταδισμό ...

«Σοφιστείες» θα σχολιάσει κάποιος και ασφαλώς όχι άδικα: Δεν έχω τη γνώση εγώ, ένας άνθρωπος ασήμαντος, ν΄ αναπτύξω ένα τέτοιο θέμα με τη σπουδαιότητα και τη σοβαρότητα που θα του ταίριαζε … Το έκαναν άλλοι, μεγάλοι και σπουδαίοι, συγγράφοντας βιβλία επί βιβλίων ... Μα να, απλά θυμήθηκα ότι κάποιος κάποτε με ρώτησε ποια είναι η αγαπημένη μου λέξη. Κι εγώ, προφανώς, του απάντησα «αισθάνομαι» …

Σάββατο 6 Οκτωβρίου 2007

ΑΥΤΟΔΙΑΘΕΣΗ ...

( ΚΑΙ Η ΑΛΛΗ ΟΨΗ ΤΟΥ ΝΟΜΙΣΜΑΤΟΣ :
ΑΛΛΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΑΓΚΑΛΙΑ ΣΟΥ
ΚΑΙ ΓΙ΄ ΑΛΛΟΝ ΚΑΙΓΕΣΑΙ …)


Κι άλλο ένα Σαββατόβραδο …

΄Εκρυψα καλά τον εαυτό μου στα αγαπημένα μου μαύρα ρούχα και βγαίνω …

Μα για πού …

Και για ποιον …

Στ΄ όνειρο κι εγώ …

Στο παραμύθι …

Στο πουθενά …

«Απόψε θέλω να πιω
τίποτα μετά να μη θυμάμαι …
Μέσα στον καπνό να παγιδευτώ …
Συνέπειες να μη φοβάμαι …

Απόψε θέλω να πιω …
Θέλω να ξεφύγω από τα όριά μου …
Μέσα στον καπνό να εξομολογηθώ
για τα χαμένα όνειρά μου …

Θ΄ ανάβω με τσιγάρα,
θα σβήνω με ποτά …
Τώρα που πήρα τη λαχτάρα
στάχτη να γίνουν όλα πια …

Απόψε θέλω να πιω …
Όλους και όλα να τα διαγράψω …
Μέσα στον καπνό να εξαφανιστώ …
Πίσω να μην ξανακοιτάξω …»

Καληνύχτα …


Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2007

ΠΥΡΟΤΕΧΝΗΜΑ ...

Σ΄ ολόκληρη τη μέχρι τώρα ζωή μου, ο ύπνος μου ταράζεται από φοβερούς εφιάλτες. Απόκοσμα πλάσματα, άνθρωποι στους οποίους έχουν προσδοθεί "απάνθρωπες" ικανότητες, νεφελώδη τοπία και υπερρεαλιστικές καταστάσεις, που θα ζήλευε ακόμη και ο πιο ευφάνταστος δραματουργός, με τυραννούν ανελέητα σχεδόν κάθε νύχτα.

Με τον καιρό βέβαια κατάφερα να παρεμβαίνω συνειδητά στους εφιάλτες μου και να τους σταματώ. Αυτή είναι μία ικανότητα την οποία απέκτησα χωρίς να χρειαστεί ποτέ να καταβάλλω κάποια ιδιαίτερη προσπάθεια και χωρίς ποτέ να έχω διδαχθεί κάτι σχετικό. Απλά συνέβη. Προφανώς οι φυσικές μου άμυνες τέθηκαν σε εγρήγορση ώστε να προστατεύσουν την ήδη εύθραυστη ψυχολογία μου ...

Κι όπως σχεδόν όλα τα προηγούμενα βράδια, έτσι και χθες, άλλος ένας εφιάλτης ξεκίνησε ...

Βρέθηκα να περιπλανιέμαι σ΄ έναν γκρίζο, τεράστιο χώρο, που έμοιαζε με αίθουσα αναχωρήσεων αεροδρομίου ή σιδηροδρομικού σταθμού. Το πολύβουο πλήθος των ανθρώπων που πηγαινοέρχονταν ακατάπαυστα, δε μού προξενούσε απολύτως καμία εντύπωση. Βάδιζα αργά και αδιάφορα, έχοντας ένα έντονο συναίσθημα απώλειας και εγκατάλειψης. Φαινόταν πως για μένα δεν υπήρχε πλέον κανένας προορισμός. Ώσπου κάποιος, του οποίου την παρουσία σε καμία περίπτωση δεν είχα αντιληφθεί διότι στεκόταν σε αρκετή απόσταση πίσω από εμένα, με ανάγκασε, μ΄ έναν καθ΄ όλα μυστηριακό τρόπο, να στρέψω το βλέμμα μου και να τον κοιτάξω.

Και τότε ο εφιάλτης μου προσπάθησε να μεταμορφωθεί σε ένα όμορφο όνειρο. Μάταια όμως ...

Ήταν ένας άνθρωπος τον οποίο και στην πραγματικότητα γνωρίζω ...

Ντυμένος στα μαύρα, στεκόταν ακίνητος στη μέση εκείνου του αχανούς χώρου. Είχε ένα προκλητικά ηγετικό ύφος και η συνολική παρουσία του πρόδιδε μιαν υπερβολική αυτοπεποίθηση και μιαν υπερβολική αυταρέσκεια. Κι ενώ δεκάδες άνθρωποι περνούσαν από δίπλα του, εκείνος επέμενε ν΄ αγνοεί την ύπαρξή τους, επιδιδόμενος σε μιαν επίδειξη δύναμης και αυταρχισμού. Χαμογελώντας ειρωνικά, μού μετέδωσε τη σκέψη του η οποία με καλούσε - μάλλον με διέταζε - να πάω κοντά του. Δίχως ούτε μία στιγμή να αναρωτηθώ για το "πώς" και για το "γιατί", προχώρησα με μιαν ασυγκράτητη λαχτάρα προς το μέρος του. Και όταν βρεθήκαμε σε απόσταση αναπνοής ο ένας από τον άλλον, άπλωσε τα χέρια του, με αγκάλιασε και με φίλησε.

Ήταν ένα φιλί τόσο δυνατό, τόσο ηδονικό και πρόστυχο, τόσο βαθύ, λες κι ο πόθος όλος είχε επικεντρωθεί μονάχα στα χείλη. Κανένα άλλο σημείο του κορμιού δεν επαναστάτησε ώστε να προδώσει έτσι αυτόν τον ανείπωτο πόθο του ενός για τον άλλον. Έμοιαζε η ερωτική συνεύρεση να συντελείται μονάχα μέσα από εκείνο το φιλί. Ήταν σαν να κρυφοσμίξαμε μπροστά σ΄ όλον τον κόσμο, χωρίς να αισθανόμαστε στο παραμικρό ότι πιθανότατα εκείνη τη στιγμή να προκαλούσαμε με την πράξη μας τη δημόσια ντροπή. Ταυτόχρονα όμως εκείνο το φιλί ήταν κι ένα φιλί γεμάτο από πόνο και απελπισία, ένα φιλί που έμοιαζε με το φιλί ενός αμετάκλητου αποχαιρετισμού. Ξαφνικά, γεύτηκα την αλμύρα που έχουν τα δάκρυα. Θυμάμαι ότι αναρωτήθηκα ποιος από τους δύο μας ήταν εκείνος που είχε κλάψει.

Και ξύπνησα ...

Μία τρομερή ταχυπαλμία με είχε εξαναγκάσει σε ένα ακόμη τρομερότερο λαχάνιασμα. Τα μαύρα σατέν σεντόνια μου ήταν κατά τέτοιο τρόπο μισοπεσμένα στο ξύλινο δάπεδο, λες και στο κρεβάτι μου είχε προηγηθεί μία πάλη πρωτοφανούς αγριότητας. Κάθισα στην άκρη του κρεβατιού προσπαθώντας να συνειδητοποιήσω την πραγματικότητα. Η ώρα ήταν περασμένες τέσσερις. Σηκώθηκα αργά και άνοιξα διάπλατα ένα από τα παράθυρα του σπιτιού μου, εκείνο από το οποίο μπορώ να διακρίνω ένα κομμάτι θάλασσας (αγαπημένη μου ...). Πόση ησυχία ...

Πήρα μια βαθιά αναπνοή. Η ρευστότητα των συναισθημάτων μου εκείνη τη στιγμή, κόντεψε να με εξαφανίσει ... Η μετάβαση από την ονειρική κατάσταση στη σκληρή συνειδητοποίηση της πραγματικότητας, διέλυσαν βίαια όλα εκείνα τα τόσο έντονα συναισθήματα που ήταν διάχυτα στο όνειρό μου, μόλις πριν από λίγο ... Και στον απόηχο εκείνων των συναισθημάτων χαμογέλασα πικρά καθώς σκέφθηκα ότι ακόμη κι ένα όμορφο όνειρο, μπορεί κάλλιστα να μετουσιωθεί σ΄ έναν πραγματικό εφιάλτη ...

Άλλη μια συμπαιγνία παίχθηκε σε βάρος μου χθες βράδυ ... Το συνειδητό συνεργάσθηκε άψογα με το υποσυνείδητο ώστε να μπορέσουν να μού καταφέρουν το καίριο χτύπημα ... Και, δυστυχώς, ήταν η μοναδική φορά που δε θέλησα να παρέμβω στον εφιάλτη μου για να τον σταματήσω ...

Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2007

ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ ...


Φεγγάρι μου …


… Αχ και να μπορούσα ν΄ απλώσω τα χέρια μου και να σ΄ αγγίξω, μονάχα για μια στιγμή …

… Μια νύχτα μεγαλόπρεπη σαν και τούτη, να μπορούσα να εξαγνίσω την αβάσταχτη, την πρόστυχη γύμνια μου, στο χλωμό σου κρυστάλλιασμα …

… Στην απόλυτη γαλήνη μιας σκοτεινής θάλασσας ...

… Και να αναδυθώ νικητής …

… Μα, άνθρωπος ταπεινός εγώ, πώς να σε φτάσω αλήθεια …

… Φεγγάρι μου … "Φεγγάρι μου" ...